Η πρωτοφανής κρίση δημόσιας υγείας που επιφέρει η ραγδαία εξάπλωση του κορονοϊού απανταχού στην οικουμένη έχει οδηγήσει τις κυβερνήσεις χωρών του δυτικού κόσμου στην υιοθέτηση μέτρων που εγείρουν φλέγοντα ζητήματα, αφενός, ως προς την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και, αφετέρου, ως προς την τήρηση των θεσμικά προβλεπόμενων διαδικασιών δημοκρατικής διαβούλευσης, ο πυρήνας των οποίων (δικαιώματα, δημοκρατία) δεν δύναται να αρθεί ακόμα και σε μια κοινωνική κατάσταση ανάγκης, όπως η πανδημία.
Δεν θα σταθώ καθόλου στον πολύ ζωηρό δημόσιο διάλογο που εκτυλίχθηκε τις προηγούμενες ημέρες σχετικά με τη συνταγματικότητα ή μη των περιορισμών του δικαιώματος στην ελεύθερη κίνηση μέσω των γενικών κι αφηρημένων ρυθμίσεων, δηλαδή όχι με τη μορφή εξαιρετικών ατομικών διοικητικών μέτρων (άρθ. 5 παρ. 3 Συντ. και όχι άρθ. 5 παρ. 4 Συντ.). Αντικείμενο του παρόντος άρθρου αποτελεί η ανάδειξη προβληματισμών σχετικά με την εναρμόνιση ή μη των (ολοένα και πιο δραστικών) περιοριστικών μέτρων με τις απαιτήσεις της δημοκρατικής διαβούλευσης εντός, και ιδίως ενόψει, μιας συντεταγμένης κατάστασης ανάγκης.
Σε ένα πρώτο επίπεδο, προκαλεί ασφαλώς θλίψη η αξιοποίηση της πανδημίας από το προσωποκεντρικό καθεστώς της Ουγγαρίας («ανελεύθερη δημοκρατία» κατά δήλωση του ίδιου του Όρμπαν σε ανύποπτο χρόνο) ως αφορμή για την επ’ αόριστον αναστολή του δημοκρατικού πολιτεύματος, με την de iure διακοπή των εργασιών του Κοινοβουλίου και την ανάθεση έκτακτων υπερεξουσιών στον εκλεγμένο δικτάτορα. Μάλιστα, η συγκεκριμένη κίνηση (δηλαδή η πολιτειακή εκτροπή σε ένα κράτος-μέλος της ΕΕ) δεν έχει προκαλέσει ακόμα την παραμικρή αντίδραση εκ μέρους των επίσημων θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έτσι, με το πρόσχημα της αναπαλλοτρίωτης εθνικής κυριαρχίας και μιας όλως εξαιρετικής κοινωνικής κατάστασης ανάγκης, μια κυβερνητική πλειοψηφία εκφεύγει των θεσμικών ορίων της συντεταγμένης κατάστασης ανάγκης και ανοίγεται στα επικίνδυνα (διότι νομικώς αδύνατα να ελεγχθούν) νερά της σμιτιανής κατάστασης εξαίρεσης, δικαιώνοντας εν μέρει τον Agamben για τις –προβοκατόρικα διατυπωμένες- ανησυχίες που είχε εκφράσει πριν λίγες εβδομάδες σχετικά με τον κορονοϊό ως ευκαιρία για την εγκαθίδρυση και εμπέδωση μιας νέας κανονικότητας με μόνιμα χαρακτηριστικά συνθήκης εξαίρεσης.
Στη χώρα μας, ευτυχώς, σε επίπεδο ισχύος των συνταγματικών κανόνων βρισκόμαστε εντός της συντεταγμένης κατάστασης ανάγκης, καθώς η Κυβέρνηση νομοθετεί εντός του πλαισίου του άρθ. 44 παρ. 1 Συντ., δηλαδή με τη μορφή πράξεων νομοθετικού περιεχομένου. Η διαδικασία κύρωσης της σχετικής π.ν.π. με αντικείμενο τα «μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας του κορονοϊού» ενώπιον της Βουλή φανερώνει ότι, τουλάχιστον από θεσμική σκοπιά, δεν έχουμε μεταβεί σε ένα περιβάλλον άκριτης και άκρατης εξαίρεσης. Καθίσταται, επιπλέον, απολύτως σαφές πως δεν υφίσταται πεδίο εφαρμογής της -ακόμα πιο εντατικής- κατάστασης έκτακτης ανάγκης του άρθ. 48 Συντ., καθώς μια κρίση δημόσιας υγείας δεν μπορεί να αναχθεί αυτομάτως σε κρίση εθνικής ασφάλειας και να ενεργοποιήσει (μετά από απόφαση του Κοινοβουλίου) το νόμο περί κατάστασης πολιορκίας, δηλαδή την –έστω και για περιορισμένη χρονική ισχύ- αναστολή θεμελιωδών δικαιοκρατικών εγγυήσεων.
Ωστόσο, σε επίπεδο εφαρμοσμένης πολιτικής πρακτικής παρατηρείται η de facto (και όχι de iure, όπως στην Ουγγαρία) αδρανοποίηση του Κοινοβουλίου στη χώρα μας, με ευθύνη τόσο της συγκεντρωτικής κυβερνητικής εξουσίας, όσο και της αμηχανίας των κομμάτων της αντιπολίτευσης να αρθρώσουν υπεύθυνο μεν ουσιαστικό δε αντίλογο. Σε μια χρονική περίοδο όπου οι εργαζόμενοι, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι επιχειρηματίες και εν γένει όλα τα μέλη του κοινωνικού συνόλου που δραστηριοποιούνται στον τομέα της παροχής γνώσης και υπηρεσιών βιώνουν έναν αιφνίδιο τεχνολογικό αλφαβητισμό, η Βουλή δεν λειτουργεί με τη μορφή τηλεδιασκέψεων. Με αυτό τον τρόπο, αφενός, δεν λαμβάνεται καμιά δημοκρατικά νομιμοποιημένη πολιτική απόφαση στα υπόλοιπα ζητήματα πλην του κορονοϊού που ενδέχεται να ανακύπτουν στην καθημερινή ζωή και, το κυριότερο, δεν υφίσταται περιθώριο για το συστατικό γνώρισμα της κοινοβουλευτικής αρχής, δηλαδή την άσκηση ελέγχου από τη Βουλή στην Κυβέρνηση.
Τούτο έχει ως συνέπεια να θεσπίζονται δραστικά περιοριστικά μέτρα στην ελευθερία κίνησης και άσκησης της οικονομικής-επαγγελματικής ελευθερίας, να διενεργούνται πράξεις ή να παρατηρούνται παραλείψεις στον (διαχρονικά και, ιδίως, επικαιρικά κρίσιμο) χώρο της δημόσιας υγείας, καθώς και να λαμβάνονται αποφάσεις που αφορούν στη δέσμη (επαρκών ή πενιχρών) αποζημιωτικών μέτρων για πληττόμενα άτομα και επαγγελματικές ομάδες από το lock down, χωρίς το άμεσα δημοκρατικά νομιμοποιούμενο όργανο του Κράτους (Βουλή) να ενημερώνεται και να μπορεί να υποβάλλει ερωτήσεις στους αρμόδιους Υπουργούς. Με άλλα λόγια, το Κοινοβούλιο δεν επιτελεί τον καίριο ρόλο που του ανατίθεται σε μια δημοκρατία: να ασκεί τεκμηριωμένη κριτική στους –υποκείμενους σε λογοδοσία- κυβερνώντες και να καταθέτει εποικοδομητικές προτάσεις για τη βέλτιστη δυνατή (δικαιότερη και αποτελεσματικότερη) αντιμετώπιση μιας αιφνίδιας και καινοφανούς συνθήκης.
Παράλληλα, σε επίπεδο δημόσιου λόγου (ιδίως στα social media) μεγάλης μερίδας πολιτών και επικοινωνιακής διαχείρισης της κρίσης εκ μέρους των κυβερνώντων (διεκπεραιωτική καθημερινή ενημέρωση ως υποκατάστατο της δημοκρατικής διαβούλευσης), παρατηρείται δυστυχώς μια ταυτόχρονη ροπή προς τον πατερναλισμό του κράτους-πατερούλη (που έχει το μονοπώλιο της νόμιμης βίας για να «μείνουμε σπίτι») και προς την υποκατάσταση συνταγματικά κατοχυρωμένων αποστολών του κράτους (όπως το κοινωνικό δικαίωμα στην υγεία) από την ατομική ευθύνη και το διαρκές blame game μεταξύ «υπεύθυνων» και «ανεύθυνων» πολιτών, μεταξύ «άξιων» και «ανάξιων» μελών του κοινωνικού συνόλου.
Η δημόσια υγεία δεν μπορεί να μεταφραστεί σε ανταγωνιστική σχέση ατόμου εναντίον ατόμου με το Κράτος στο ρόλο του επιδιαιτητή της σύγκρουσης, αλλά συνιστά αξίωση του ατόμου-πολίτη προς το Κράτος για την παροχή του ζωτικότερου κοινωφελούς αγαθού. Συνεπώς, από τη στιγμή που ομιλούμε (με νομικούς και δικαιοπολιτικούς όρους) για μια υποχρέωση του Κράτους στο πλαίσιο του ακριβοδίκαιου κοινωνικού συμβολαίου του με τους πολίτες, θα ήταν αναγκαίο και ωφέλιμο να ακούμε πολύ περισσότερα σχετικά με το τι πράττει ή τι δεν πράττει η πολιτική εξουσία, όχι μόνο στο πεδίο των περιοριστικών μέτρων αλλά κυρίως στο επίπεδο των παρεμβάσεων στο χώρο της δημόσιας υγείας σύμφωνα με τις υποδείξεις του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (π.χ. διενέργεια μαζικών ελέγχων, επίταξη Μονάδων Εντατικής Θεραπείας ιδιωτικών νοσοκομείων, πρόσληψη ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού).
Το κοινωνικό δικαίωμα στη δημόσια υγεία δεν συνίσταται ούτε σε επιβολή αστυνομικού κράτους που επινοεί νέους τρόπους περιορισμού της κυκλοφορίας ούτε σε «ακτιβιστές» πολίτες που είναι έτοιμοι να υποδείξουν κάθε παρεκτροπή των «ανεύθυνων» συμπολιτών τους από το (αναγκαίο) «μένουμε σπίτι», συμβάλλοντας με ατομιστικό πνεύμα σε έναν διόλου φιλελεύθερο σκοπό, στον σκοπό που θέτει το Κράτος για εμάς χωρίς εμάς (σε καιρούς ανεπαρκούς δημοκρατικής διαβούλευσης). Τα κοινωνικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα στη δημόσια υγεία, είναι το νήμα που συνδέει τη δημοκρατική διαβούλευση με δύο αρχές-προαπαιτούμενα για μια αληθινά εύτακτη λειτουργία της πολιτικής κοινωνίας, την κοινωνική αλληλεγγύη μεταξύ όλων και τη βιοτική αυτοτέλεια καθενός. Σε καμιά περίπτωση, τα κοινωνικά δικαιώματα δεν πρέπει να εκπίπτουν σε σχέση οιονεί αδικοπρακτικής ευθύνης μεταξύ ιδιωτών, σε ένα ανειρήνευτο ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ των «καλών» και των «κακών», των insiders και των outsiders του κοινωνικοπολιτικού παιγνίου.
Συμπερασματικά, μολονότι σε κανονιστικό επίπεδο η χώρα μας (όπως και οι υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες πλην Ουγγαρίας) βρίσκεται θεσμικά εντός του συντεταγμένου (δηλαδή πολιτειακά προβλεπόμενου) πλαισίου διαχείρισης μιας οξείας κατάστασης υγειονομικής, κοινωνικής και ανθρωπιστικής ανάγκης, παρατηρούνται εξόχως προβληματικές τάσεις τόσο σε θεσμικό επίπεδο (de facto αδρανοποίηση του Κοινοβουλίου, άρα αυτονόμηση της Κυβέρνησης από τον κοινοβουλευτικό έλεγχο) όσο και στο πεδίο της πρακτικής εκδίπλωσης του συμβολαίου μεταξύ κράτους και πολίτη: ένα παράδοξο μίγμα κρατικού πατερναλισμού σε βάρος των ατομικών δικαιωμάτων και ατομικής ευθύνης σε ζητήματα διαχείρισης της δημόσιας υγείας, δηλαδή σε μια κανονιστικά απαιτητή αποστολή του Κράτους.
*Διδάκτορα Φιλοσοφίας του Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ
