Συνήθως μια συζήτηση γύρω από τις εξελίξεις στο ασφαλιστικό σύστημα, που αναπόφευκτα οδηγεί και σε παράθεση αριθμητικών μεγεθών, εύκολα μπορεί να μετατραπεί σε μια άχαρη για τον αναγνώστη αντιπαράθεση γύρω από τεχνικούς όρους και μακροπρόθεσμες προβολές.
Στο παρόν άρθρο επιχειρούμε να τον αποτρέψουμε από τον παραπάνω κίνδυνο και να εστιάσουμε σε δύο βασικά επιχειρήματα, βάσει των οποίων το ασφαλιστικό που φέρνει προς ψήφιση η παρούσα κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας, αφ’ ενός, αναγνωρίζει θεσμικά με τον πιο επίσημο τρόπο χρόνιες παθογένειες της ελληνικής δημόσιας διοίκησης και κάνει ένα βήμα παραπέρα με το να τις διαιωνίζει, αφ’ ετέρου, δημιουργεί μια νέα γενιά ασφαλισμένων, όπως κατ’ εξοχήν οι ελεύθεροι επαγγελματίες, που ο αριθμός τους στο σύνολο των ασφαλισμένων είναι από τους μεγαλύτερους πανευρωπαϊκά, για τους οποίους η εισαγωγή στοιχείων κεφαλοποιητικού χαρακτήρα στο όνομα της «ελευθερίας επιλογής» θα οδηγήσει με μεγάλη πιθανότητα σε μειωμένες προσδοκίες συνταξιοδοτικών παροχών, με αποτέλεσμα η πολιτεία να χρειαστεί να παρέμβει εκ νέου για κάτι για το οποίο υποτίθεται ότι δίνει λύση με το κατατεθειμένο «ασφαλιστικό Βρούτση».
Ως προς την πρώτη αιτίαση εναντίωσης με το παρόν σχέδιο νόμου: Ενα από τα βασικά επιχειρήματα της Νέας Δημοκρατίας για την επαναφορά των ασφαλιστικών κλάσεων είναι ότι με το προηγούμενο θεσμικό πλαίσιο σημειώνονταν υψηλά ποσοστά φοροδιαφυγής και κατά συνέπεια εισφοροδιαφυγής, καθώς η φιλοσοφία του προηγούμενου ασφαλιστικού καθεστώτος, που αποκαλείται κοινώς «ασφαλιστικό Κατρούγκαλου», στηριζόταν στη ιδέα ότι οι εισφορές πρέπει να είναι ανάλογες του εισοδήματος.
Πέρα από το γεγονός ότι δεν υπάρχει κάποια μελέτη που να αποδεικνύει το επιχείρημα της Νέας Δημοκρατίας, τα στελέχη της επέλεξαν την επαναφορά των ασφαλιστικών κλάσεων. Ακόμα και να υποθέσουμε ότι ισχύει το επιχείρημα των στελεχών της Νέας Δημοκρατίας για αυξημένη εισφοροδιαφυγή με το προηγούμενο καθεστώς, αντί λοιπόν να δημιουργήσουν ένα εκτεταμένο και σύγχρονο δίκτυο φορολογικού και ασφαλιστικού ελέγχου, που αποτελεί άλλωστε και κύρια αποστολή ενός σύγχρονου κράτους δικαίου, ώστε να αποφευχθούν αντίστοιχα φαινόμενα, επέλεξαν το εντελώς άδικο σύστημα των κλάσεων.
Ετσι λοιπόν, πληρώνοντας τις ίδιες εισφορές κάποιος που διαθέτει 7 χιλιάδες ευρώ εισόδημα με κάποιον που να διαθέτει 70 χιλιάδες ευρώ εισόδημα, ουσιαστικά αυτός με το λιγότερο εισόδημα επιβαρύνεται το δεκαπλάσιο από εκείνον με το υψηλότερο εισόδημα. Με άλλα λόγια, η αποσύνδεση των εισφορών από το εισόδημα καταργεί την αναλογική και δίκαιη κατανομή των ασφαλιστικών εισφορών.
Ως προς τη δεύτερη αιτίαση αντίθεσης στο «ασφαλιστικό Βρούτση»: Συνυπολογίζοντας τις ευρύτερες οικονομικές εξελίξεις, με τα πολύ υψηλά ποσοστά ευέλικτων μορφών απασχόλησης, τα παρατεταμένα διαστήματα εναλλαγών μεταξύ εργασίας και ανεργίας, τις χαμηλές απολαβές και τα υψηλά ποσοστά ανασφάλιστης εργασίας, παράγοντες δυστυχώς προσδιοριστικοί του προφίλ ενός εργαζόμενου-ασφαλισμένου στη σύγχρονη αγορά εργασίας και ειδικά στην ελληνική, είναι λογικό να πιθανολογήσουμε ότι ένας εργαζόμενος στη χώρα μας στο ατομικό του ιστορικό ασφάλισης και για μεγάλο χρονικό διάστημα «θα έχει την ελευθερία να επιλέξει», αφού δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, λόγω των παραγόντων που περιγράφηκαν παραπάνω, να είναι ενταγμένος στις χαμηλότερες ασφαλιστικές κλάσεις, αφού το εισόδημά του δεν θα είναι ικανό ώστε να του επιτρέψει να ανέλθει σε υψηλότερες κλάσεις.
Η πραγματικότητα όμως αυτή θα οδηγήσει αναπόφευκτα σε μειωμένες προσδοκίες συνταξιοδοτικών και άλλων παροχών. Και μάλιστα θα θεωρείται ο ίδιος υπεύθυνος, αφού με το «ασφαλιστικό Βρούτση» είχε την ελευθερία να επιλέξει την ασφαλιστική κλάση. Αρα, φεύγουν όλες οι ευθύνες από τις εξελίξεις και τα χαρακτηριστικά του σύγχρονου καπιταλιστικού συστήματος και τοποθετούνται ως βάρος στους ώμους ενός ασφαλισμένου.
Σε πράγματα λοιπόν που δεν μπορεί να ελέγξει ο ίδιος ο ασφαλισμένος τού προστίθεται και η ευθύνη του ύψους των μελλοντικών συνταξιοδοτικών του απολαβών. Αφού του προσδιορίστηκε ένα ιδιαίτερα δυσμενές πλαίσιο, του δίνεται κατά τα άλλα «η ελευθερία» να επιλέξει εισφορές, άρα και συνταξιοδοτικές απολαβές. Πρόκειται για ultra νεοφιλελεύθερες προσεγγίσεις, οι οποίες θα οδηγήσουν στη φτωχοποίηση εκατομμυρίων συνταξιούχων, οι οποίοι θα δουν τις συνταξιοδοτικές τους απολαβές να κυμαίνονται περίπου στο όριο της φτώχειας.
Κατά συνέπεια, η πολιτεία ξανά σε λίγες δεκαετίες θα κληθεί να λύσει έναν ακόμη γόρδιο δεσμό του ασφαλιστικού. Ομως είναι σίγουρο ότι η επιλογή και η διαιώνιση νεοφιλελεύθερων πολιτικών, όπως αυτές προωθούνται σε καίρια σημεία του «ασφαλιστικού Βρούτση», δεν πρόκειται να δώσουν αξιοπρεπείς παροχές για εκατομμύρια ασφαλισμένους. Είναι λοιπόν ευθύνη όλων των υπολοίπων, οι οποίοι αντιστέκονται σε μια τέτοια δυστοπία για το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα, η εγκαθίδρυση νέων στοιχείων κοινωνικού και αναπτυξιακού χαρακτήρα, με ισότητα, οικονομική ισορροπία και σταδιακή βελτίωση του επιπέδου των συντάξεων.
* Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ Νομού Πρέβεζας, τ. υφυπουργός Εργασίας
