Εντρυφώ στο «Σχέδιο απολογισμού ΣΥΡΙΖΑ 2012-2019». Ενας «απολογισμός» που καταχωρίζεται ως συνύφανση «κριτικής και αυτοκριτικής», με το «βλέμμα στραμμένο στο μέλλον». Επιμένω στην ενότητα 7Α («Η διαπραγμάτευση του πρώτου εξαμήνου») για να συναγάγω τα εξής: ο «πρώτος συμβιβασμός» (20.2.2015) έγινε εφικτός «υπό όρους “δημιουργικής ασάφειας”, όπως λέχθηκε τότε». Ιδιαίτερα, «δεν δικαιούμαστε να μην αποδώσουμε ιδιάζουσα ευθύνη στον τότε υπουργό Οικονομικών», που στο «φως μιας ειδικού τύπου δικής του υπερεπένδυσης στην επικοινωνία έναντι μιας σχολαστικά επεξεργασμένης διαπραγματευτικής τακτικής», έτσι που να «υπερτιμούσαμε την ισχύ σχετικά αφηρημένων ιδεών ή γενικών θεωρητικών σχημάτων». Τόσο που να «υποβαθμίζουμε το καθαυτό πολιτικό έργο σε διαπάλη –και κάποτε καβγά– μεταξύ αφηρημένων ιδεών».
Ετσι μου δίδεται η ευκαιρία να ανατρέξω σε άρθρο μου που δημοσιεύθηκε Εντρυφώ στο «Σχέδιο απολογισμού ΣΥΡΙΖΑ 2012-2019». Ενας «απολογισμός» που καταχωρίζεται ως συνύφανση «κριτικής και αυτοκριτικής», με το «βλέμμα στραμμένο στο μέλλον».(30.5.2015) στην εφημερίδα «Η Εποχή» για να επαναλάβω αυτολεξεί την αρχική του παράγραφο: Αδυνατώ να παραβλέψω στην «πρώτη περιεκτική λίστα των μεταρρυθμιστικών μέτρων», που απέστειλε στον πρόεδρο του Eurogroup ο υπουργός Οικονομικών («Non paper», 24.2.2015), τη σωρεία ρηματικών ενεργειών που υπόσχονται τη διεκδίκηση «αριστείας» ως μορφής «αναβάθμισης», «εξορθολογισμού», «εκσυγχρονισμού», «μεγιστοποίησης», «δραστικής βελτίωσης», «χρησιμοποίησης στο έπακρο» και «νέας κουλτούρας». Κυρίως, αδυνατώ να μην εστιάσω το ενδιαφέρον στη «δραστική βελτίωση της αποδοτικότητας των τμημάτων και μονάδων που διοικούνται από την κεντρική και τοπική κυβέρνηση», στην «κατανομή αμοιβών μέσω αύξησης της παραγωγικότητας» και στην «αξιοκρατική τοποθέτηση ατόμων σε θέση ευθύνης» (ή: να «επανδρώσει επαρκώς, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά»). Σε κάθε περίπτωση, η «δημιουργική ασάφεια» ευνοεί την ταυτολογία: να «βασιστεί η αξιολόγηση των υπαλλήλων σε πραγματική αξιολόγηση», μολονότι ο υπουργός ορθά διαπίστωνε από το 2006 ότι η χώρα μας «δεν διαθέτει πλούσια ιστορική εμπειρία και κουλτούρα αξιολόγησης»… Ιδίως τώρα που επιβάλλεται, από την «Κύρια Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης», να καταστεί «επιτυχής η ολοκλήρωση της αξιολόγησης» («review»).
Σε επόμενο άρθρο μου στην «Αυγή» (7.10.2018) παραπέμπω επακριβώς στο μνημονευθέν κείμενο: Το πραγματικό και το κεκτημένο. Το Πανεπιστήμιο σε μετάβαση, πρόλ. Γ.Α. Παπανδρέου, Αθήνα 2006,187. Σε κάθε περίπτωση μια υπόμνηση και στη συνέχεια μια σειρά ερωτήσεων ήταν μάλλον χρήσιμη:
Γιατί όχι, να είναι αξιοσημείωτη από τώρα η αναγνωστική εγρήγορση, ώστε τα αναδημοσιευόμενα κείμενα του υπουργού που προσκομίζονται ως τεκμήρια της υπό εξέταση έστω «μνημονιακής εποχής» να μην έχουν υποστεί περικοπές (οι τέσσερις σελίδες να μην έχουν καταντήσει τέσσερις αράδες) και αντίστοιχα να μην έχουν τεθεί σε κρησάρα επιλεκτικής μνήμης (για παράδειγμα σε ό,τι αφορά την «απόσυρση» ή την «επιστροφή» της Αριστεράς που τελευταία εμφανίζεται να βηματίζει κατά «αιώνες»).
Επιπλέον, και μια σειρά ερωτήσεων που είναι μάλλον χρήσιμη:
1. Τι εξακολουθεί να ονομάζεται «χαμηλή ανταγωνιστικότητα» της εγχώριας οικονομίας;
2. Ποιες παραγωγικές επενδύσεις, πώς και από πού αναμένονται;
3. Τι προβάλλουμε για την «προσέλκυση» ξένων επενδυτών;
4. Από πότε άρχισε και πώς διευρύνθηκε ο «εργοδοτικός» ρόλος του κράτους;
5. Πώς δραστηριοποιήθηκε ο συνδικαλισμός με εργοδοτική και κυβερνητική «διαπλοκή»;
6. Πρόσφατα μόλις διαπιστώθηκε η ανάγκη εκσυγχρονισμού της τεχνογνωσίας, η άρση της πολυνομίας, η πάταξη του χρηματισμού και ο περιορισμός της «γραφειοκρατίας»;
7. Πώς η χώρα μας εξακολουθεί να βρίσκεται στο έλεος της κερδοφορίας του κεφαλαίου και η πλειονότητα των πολιτών να υφίσταται διαρκή μείωση των εισοδημάτων τους;
8. Για ποιους λόγους ό,τι διαδραματίζεται θα μπορούσε να ονομασθεί «εσωτερική υποτίμηση»;
9. Με την εκποίηση της δημόσιας περιουσίας να περιέρχεται στα χέρια ιδιωτών κεφαλαιούχων, «αξιόπιστων» ή όχι;
10. «Η Ελλάδα ανήκει στους Ελληνες»: ποια είναι η «προϊστορία» του συνθήματος, ποιος το μορφοποίησε και ποιοι σήμερα το εκλαϊκεύουν;
11. Τι συνεπάγεται τελικώς η πολιτική αυτού του συνθήματος, ευρώ ή δραχμή;
12. Τι θα ήταν μια «νέα Μεταπολίτευση» εκτός της Ευρωπαϊκής Ενωσης;
13. Θα επρόκειτο για παραίτηση «απ’ την ασυλία της εθνικής κυριαρχίας» ή από την απειλή αποπληρωμής όλου του χρέους;
Χωρίς καμία απόπειρα ανταλλαγής απόψεων; Για παράδειγμα, η απάντηση στη δέκατη ερώτηση να είναι και… «επίκαιρη»: η «Χρυσή Αυγή αντιγράφει τον Ανδρέα της δεκαετίας του 1970». Οσο για τις υπόλοιπες, η εύκολη γενίκευση δίνει και παίρνει στον εξαμηνιαίο υπουργό: η «ελληνική Αριστερά αρνείται να κρίνει ριζοσπαστικά τη Μνημονιακή Ελλάδα», με δυο μόνο κείμενα του Μαρξ στο χέρι να κραδαίνονται κολοβά ως προς το «τι δεν είδε», μετατρέποντας τη «γενική κοινωνική γνώση» (από τα «Προσχέδια» του Κεφαλαίου) σε «γενική διανόηση». Με επιμύθια συχνά και βαρύγδουπα: «Δεν θα βγούμε από το ευρώ!», «Να συμμαχήσουμε με το ΔΝΤ!», «Ούτε καν ως διαπραγματευτικό ατού», «Γιατί η Ελλάδα δεν μπορεί να κάνει ό,τι έκανε η Αργεντινή»…
Βλ. τα βιβλία μου: «Αριστερά» και «στίβος» (2016:53-56, 62-64) και Χρόνοι επανεκκίνησης (2019:294-296).
* Oμότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας του Παν/μίου Ιωαννίνων
