Ηταν δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι η Δύση θα βρισκόταν σήμερα μπροστά σε φαινόμενα με περιεχόμενο και χαρακτηριστικά παρόμοια με εκείνα των κοσμοϊστορικών γεγονότων που διαδραματίστηκαν στην ίδια περίπου περιοχή, δεκαεπτά αιώνες νωρίτερα. Αναφέρομαι σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη φάση της Μεγάλης Μετανάστευσης των Λαών, τον 4ο αιώνα μ.Χ., όπως είναι καταγεγραμμένη στην παγκόσμια ιστοριογραφία, όταν ο πολιτισμένος κόσμος της εποχής εκείνης βρέθηκε αντιμέτωπος με τη μεγαλύτερη έως τότε μαζική μετακίνηση κοινωνικών και εθνικών ομάδων μιας σειράς ξένων προς την ρωμαϊκή αυτοκρατορία βαρβαρικών φύλων.
Στις απαρχές του φαινομένου, στην αλυσίδα των γεγονότων που έλαβαν χώρα στο σύνορο του Δούναβη και στις αιτίες της κατάρρευσής του, έχω αναφερθεί σε προηγούμενα άρθρα μου. Επισημαίνω, ωστόσο, ότι ιστορικά το σύνορο του Δούναβη αποτελεί σημείο αναφοράς πολλών διεργασιών, οι οποίες οδήγησαν στη μετεξέλιξη του τότε κόσμου, με κορυφαία εκείνη της μετάλλαξης της δυτικής αυτοκρατορίας από ρωμαϊκή σε μεσαιωνική. Εν προκειμένω, θα σταθώ σ’ ένα γεγονός που αποτελεί ορόσημο στην ιστορία της εποχής και προάγγελο της πτώσης της δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Και σαν να πρόκειται για ένα παιχνίδι της μοίρας, ο τόπος στον οποίο έλαβε χώρα το συγκεκριμένο γεγονός είναι οι όχθες του Εβρου, εκεί όπου σήμερα, με τρόπο κινηματογραφικό, παίζεται το δράμα που παρακολουθούμε, με «πρωταγωνιστές» τους ισχυρούς και επώνυμους και κομπάρσους το πλήθος των περιπλανώμενων κατά μήκος του ποταμού «φτωχοδιάβολων» του κατεστραμμένου από την ίδια τη Δύση, κόσμου της Ανατολής.
Ενας Γότθος φύλαρχος, λοιπόν, ονόματι Φριτιγέρνης, συνενώνοντας όλους τους περιπλανώμενους, στη νότια όχθη του Δούναβη, ομοεθνείς του πρόσφυγες με άλλες βαρβαρικές ομάδες που είχαν εισέλθει λαθραία στις βόρειες επαρχίες της αυτοκρατορίας, κατήγαγε μεγάλη νίκη επί των αυτοκρατορικών στρατευμάτων, στην γνωστή μάχη της Αδριανουπόλεως το 378, πυρπολώντας μάλιστα τον ίδιο τον αυτοκράτορα Ουάλη μέσα στη σκηνή του. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε την αφετηρία σειράς σοβαρών επεισοδίων και ταραχών σε όλες τις παραμεθόριες επαρχίες, στις οποίες, ανατολική και δυτική αυτοκρατορία από κοινού, προσπάθησαν να εγκλωβίσουν το πλήθος των προσφύγων και των βαρβαρικών ομάδων που είχαν περάσει τον ποταμό Δούναβη, νόμιμα ή παράνομα. Κορυφαίος στόχος τους, πλην όμως κοντόφθαλμος και ουτοπικός όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια, ήταν να προστατεύσουν την ακεραιότητα του κυρίως σώματος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και να διασφαλίσουν την καθαρότητα του πληθυσμού της.
Οι αντιδράσεις και οι φωνές των τοπικών κοινωνιών που εκδηλώνονταν, συχνά με τρόπο βίαιο, απέναντι στους νέους έποικους, απευθύνονταν σε ώτα μη ακουόντων. Η Ρώμη και η Κωνσταντινούπολη, με διοικητικά και κατασταλτικά μέτρα, προσπαθούσαν να επιβάλλουν την υποχρεωτική συμβίωση των Ρωμαίων πολιτών με τους επήλυδες, στις πληττόμενες επαρχίες. Η αντίδραση της κεντρικής εξουσίας σε μία εξέγερση πολιτών και στρατιωτών κατά των εγκατεστημένων, στην ακριτική πόλη Τόμι, προσφύγων, υπήρξε, κατά τον ιστορικό Ζώσιμο, σκληρή και αμείλικτη απέναντι κυρίως στον υποκινητή της, φρούραρχο τής πόλης Γερόντιο. Εκτός των άλλων κυρώσεων, του καταλόγισε ιδιοτέλεια και έλλειψη ενδιαφέροντος για το δημόσιο συμφέρον (διά το κοινό λυσιτελές). Επιλογή, λοιπόν, της κεντρικής εξουσίας, στη συγκυρία εκείνη, ήταν η θυσία της περιφέρειας στον βωμό των συμφερόντων του κέντρου και των πλούσιων επαρχιών, κυρίως της Δύσης.
Η χαοτική κατάσταση που επικρατούσε στις παραμεθόριες επαρχίες του Δούναβη με τις διαρκώς αυξανόμενες αφίξεις νέων πολυποίκιλων εθνικά ομάδων, παρά τις κατά καιρούς κατευναστικές παρεμβάσεις των Ρωμαίων αυτοκρατόρων, προσλάμβανε συχνά εκρηκτικές διαστάσεις, τόσο στους κόλπους των τοπικών κοινωνιών όσο και στις τάξεις των ίδιων των βαρβάρων εποίκων, οι οποίοι αναζητούσαν απεγνωσμένα τρόπους φυγής προς τα πλούσια εδάφη της Δύσης.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, στη σκηνή των Βαλκανίων εμφανίζεται ο δυναμικός Γότθος Αλάριχος, ως ηγέτης μιας πολυεθνικής συνομοσπονδίας βαρβάρων προσφύγων και μεταναστών. Στον Εβρο, κάνει και εκείνος γνωστή πρώτη φορά την έντονη παρουσία του στον ρωμαϊκό κόσμο, όταν εκεί το 391 νικά τα ρωμαϊκά στρατεύματα και στη συνέχεια ηττάται ο ίδιος από τον στρατηγό της Δύσης Στηλίχωνα.
Στη συνέχεια αυτών των γεγονότων, οι σχέσεις Αλάριχου – Αυτοκρατορίας διέρχονται από πολλά στάδια και γνωρίζουν πολλές διακυμάνσεις, ιδιαίτερα μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Θεοδοσίου (395) και τον διαμοιρασμό της αυτοκρατορικής εξουσίας στους δύο ανήλικους γιους του, στον Αρκάδιο και στον Ονώριο. Ο ανταγωνισμός και οι διαρκείς, φανερές ή κρυφές, αλληλοϋπονομεύσεις των δύο partes της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ανατολικής και δυτικής, των οποίων ηγούνταν οι δύο φιλόδοξοι επίτροποι των ανήλικων αυτοκρατόρων, Ρουφίνος και Στηλίχων, κατέστησαν τον Αλάριχο ρυθμιστή των μεταξύ τους σχέσεων. Ο βάρβαρος ηγέτης, με «όπλο» το πλήθος των προσφύγων, διογκούμενο από νέες μεταναστευτικές ροές και υποκινούμενο με ποικίλους τρόπους, εμφανίζεται για μια πενταετία ως πρωταγωνιστής σε ρόλους που του υπαγορεύει ο σκληρός ανταγωνισμός Ανατολής και Δύσης.
Η ευκαιριακή, αμήχανη και ιδιοτελής πολιτική στάση των δύο κορυφαίων εκπροσώπων της αυτοκρατορίας, από τη μια, και ο τυχοδιωκτισμός και πολιτικός αμοραλισμός του Αλάριχου, από την άλλη, οδηγούν τον τελευταίο σε διαρκώς εναλασσόμενες συμμαχίες μαζί τους. Ο ίδιος παραδίδεται αυτόβουλα και με μεγάλη ευκολία, πολύ συχνά, από την αγκαλιά του ενός στην αγκαλιά του άλλου. Βρίσκεται συνεχώς στο προσκήνιο της ιστορίας των Βαλκανίων και μετατρέπεται σε επικίνδυνο όργανο του αμείλικτου ανταγωνισμού Ανατολής και Δύσης. Αλλοτε συμμαχεί περιστασιακά με τη μία πλευρά και στρέφεται κατά της άλλης και άλλοτε πάλι αυτονομείται και, ως ανεξάρτητος ηγέτης, ακολουθούμενος από το πλήθος των απελπισμένων και ταλαιπωρημένων προσφύγων, απειλεί πότε την Κωνσταντινούπολη και πότε το Ιλλυρικό και τη Δύση, προκειμένου να αποκομίσει προσωπικά, κυρίως, οφέλη. Γι’ αυτή την πολιτική συμπεριφορά του ο φιλόσοφος της εποχής Συνέσιος τον χαρακτηρίζει εύστοχα σισυροφόρο άνθρωπο, δηλαδή άνθρωπο που αλλάζει ένδυμα από ρωμαϊκό σε βαρβαρικό και τανάπαλιν, ανάλογα με τη συγκυρία.
Ο φόβος των ρωμαϊκών αρχών από την επαπειλούμενη εισβολή των βαρβαρικών ορδών και τη συνακόλουθη εξάπλωσή τους στους κόλπους της ρωμαϊκής κοινωνίας ήταν τόσο μεγάλος, ώστε συχνά οι εκπρόσωποί τους, ενδίδοντας στις αξιώσεις τού Αλάριχου, να ξεπερνούν τα όρια της αυτογελοιοποίησής τους. Ο ισχυρός άνδρας της Ανατολής, Ρουφίνος, για παράδειγμα, αιφνιδιασμένος από την προέλαση του Γότθου ηγέτη και του λαού του προς τις πύλες της αυτοκρατορικής πόλης, δεν δίστασε να βγεί και να τον συναντήσει ο ίδιος χωρίς συνοδεία, φορώντας μάλιστα, κατά τη μαρτυρία του ποιητή Κλαυδιανού, γοτθική στρατιωτική στολή. Τρομοκρατημένος από το πλήθος των βαρβάρων που αντίκρισε, υπέκυψε γρήγορα στις απαιτήσεις του Αλάριχου και συνήψε συμφωνία μαζί του. Του υποσχέθηκε χρήματα, προσωπικά δώρα και επιδόματα για τον λαό του και του απένειμε το υψηλό στρατιωτικό αξίωμα του στρατηγού του Ιλλυρικού (magister militum per Illyricum), προκειμένου ν’ αποτρέψει τον άμεσο κίνδυνο που απειλούσε την Κωνσταντινούπολη και τα περίχωρά της.
Αυτή η «διπλωματική» κίνηση του Ρουφίνου απέδωσε προσωρινά μόνο καρπούς, αφού απομάκρυνε μεν τον κίνδυνο από την ανατολική πρωτεύουσα, γρήγορα όμως απέβη εις βάρος άλλων περιοχών, κυρίως της Μακεδονίας και της Δακίας. Ανάλογες «διπλωματικές» κινήσεις και ευκαιριακές συμμαχίες με τον Αλάριχο έκαναν και οι διάδοχοι του Ρουφίνου, αλλά και ο ισχυρός άνδρας της Δύσης Στηλίχων, εις βάρος βέβαια του ανατολικού τμήματος της Αυτοκρατορίας. Ο Αλάριχος και οι εγκλωβισμένοι στις άγονες και κατεστραμμένες επαρχίες της Θράκης πρόσφυγες και μετανάστες, επωφελούμενοι από την οξύτατη πολιτική αντιπαράθεση Ανατολής και Δύσης, ξεκινούν το μεγάλο ταξίδι τους προς τη Δύση. Μετά τη μακροχρόνια περιπλάνησή τους στη Βαλκανική, παρακάμπτοντας την κλασική διαδρομή προς τη Δύση μέσω του Ιλλυρικού, από όπου ήταν δύσκολο να περάσουν, κατευθύνθηκαν προς τον Νότο. Διέτρεξαν και κατέστρεψαν στο πέρασμά τους ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα, και με ορμητήριο την Ηπειρο οργάνωσαν το μοιραίο ταξίδι τους με προορισμό τη Ρώμη, την οποία άλωσαν τελικά το 410.
Τα πολλαπλά επεισόδια που έλαβαν χώρα στο σίριαλ των διαρκώς μεταβαλλόμενων σχέσεων Αλάριχου – Αυτοκρατορίας, εν μέσω του σκληρού ανταγωνισμού των εκπροσώπων Ανατολής και Δύσης, αποτέλεσαν τους κεντρικούς κρίκους στην αλυσίδα των μεταξύ τους εκδικήσεων και αντεκδικήσεων, η οποία, αντί να περιζώσει τον κοινό τους υποτιθέμενο εχθρό, περιέσφιξε και συνέθλιψε σιγά σιγά την ενότητα της ίδιας της Αυτοκρατορίας. Η απουσία συγκεκριμένης στρατηγικής με μακροπρόθεσμους στόχους και σαφή πολιτικό προσανατολισμό, η προχειρότητα και ο εφήμερος χαρακτήρας των συμμαχιών και κατευναστικών συνθηκών ειρήνης της Αυτοκρατορίας με έναν απρόβλεπτο, φιλόδοξο και καθοδηγούμενο από ιδιοτελή και τυχοδιωκτικά κίνητρα συνομιλητή, έστρωσαν το δρόμο στον σταδιακό εκβαρβαρισμό της Δύσης. Τον Αλάριχο και τους Γότθους ακολούθησαν άλλοι μεγάλοι μεταναστευτικοί λαοί (Οστρογότθοι, Φράγγοι, Λομβαρδοί κ.ά.), οι οποίοι παραβίαζαν ανεμπόδιστα σχεδόν τα σύνορα του Ρήνου και του Δούναβη που, όπως αναφέρουν οι συγγραφείς της εποχής, είχαν μετατραπεί σε «ανοικτές θύρες». Η μετάλλαξη της Δύσης είχε πλέον ξεκινήσει!
Η προβολή αυτού του ιστορικού παραδείγματος στον παρόντα χρόνο, ενός παραδείγματος τόσο ταυτόσημου στον πυρήνα και στα εξωτερικά χαρακτηριστικά του με το τεράστιο μεταναστευτικό ζήτημα που έχει ν’ αντιμετωπίσει σήμερα η Ευρώπη και γενικότερα η Δύση, μπορεί να φωτίσει ορισμένες σκοτεινές πτυχές του και να εμπλουτίσει την εμπειρία της τρέχουσας κατάστασης. Στο ιστορικό παράδειγμα που παρουσίασα πιο πάνω αλλά και στον διάλογο των δημοσιολογούντων περί τα δρώμενα στα σύνορά μας σήμερα, προβάλλονται ως πρωταγωνιστές αυτών των κοσμοϊστορικών γεγονότων το ιστορικό πρόσωπο του Αλάριχου και ο Ερντογάν των ημερών μας. Πρωταγωνιστές, ωστόσο, δεν είναι παρά οι ίδιοι οι πρόσφυγες και μετανάστες, οι οποίοι συνθέτουν τη μεγάλη εικόνα του ζητήματος.
Από την άλλη πλευρά, η πολιτική των ισχυρών δεν επικεντρώνεται στην ουσία του προβλήματος αλλά στην προσωρινή διαχείρισή του, χωρίς ίχνος αυτοκριτικής, χωρίς όραμα, χωρίς τολμηρές αποφάσεις. Στον πυρήνα του φαινομένου βρίσκεται η σκληρή πραγματικότητα των εκατοντάδων χιλιάδων, τότε, και των δεκάδων εκατομμυρίων, σήμερα, πάμφτωχων και κατεστραμμένων ανθρώπων, θυμάτων των πολέμων, των κλιματικών συνθηκών και της στυγνής εκμετάλλευσης, οι οποίοι εναγωνίως αναζητούσαν και αναζητούν διέξοδο για την επιβίωσή τους. Οι συνθήκες για την εκδήλωση αυτών των φαινομένων είχαν ωριμάσει σ’ εκείνη τη μακρινή εποχή, κατά τον ίδιο τρόπο που ωρίμασαν και στις μέρες μας.
Η μετεξέλιξη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας σε χριστιανική και η αξίωσή της για παγκόσμια ιδεολογική κυριαρχία, πρωτίστως μέσω της θρησκείας τότε, και η οικονομική παγκοσμιοποίηση, με όλες τις παρεπόμενες παρεμβάσεις και επεμβάσεις της Δύσης σήμερα σ’ έναν κόσμο απόμακρο και απομονωμένο, οδήγησαν αναπόφευκτα στο «σπάσιμο» των συνόρων. Και στις δύο περιπτώσεις, οι κυρίαρχες εξουσίες πλήρωσαν και θα πληρώσουν το τίμημα των κορυφαίων πολιτικών επιλογών τους. Οι αέναες μαζικές μετακινήσεις και οι εγκαταστάσεις –βίαιες ή σταδιακές– πολυπληθών ομάδων και κοινοτήτων κάθε εθνικότητας στην πλούσια και ασφαλή Δύση, φέρουν, αναμφίβολα, τη σφραγίδα της ιστορικής νομοτέλειας.
