ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΟΙΚΟΥΡΩΝΤΑΣ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ, βγάζουμε απ’ την πρίζα το χαζοκούτι και το ρίχνουμε στην ανάγνωση, εφημερίδων το πρωί και κατόπιν βιβλίων· να πιάσει τόπο τουλάχιστον η κλεισούρα. Ξεσκαρτάρουμε τα μισοδιαβασμένα απ’ το κομοδίνο και συνεχίζουμε με τα πονήματα που περιμένουν καρτερικά στο κάτω ράφι της βιβλιοθήκης. Δεν βιαζόμαστε. Το ’βαλε αμέτι μουχαμέτι ο κορονοϊός να διευρύνει τους ορίζοντές μας. Με ιστορία, μυθιστορήματα, νουβέλες, δοκίμια και, ασφαλώς, ποίηση. Το χούι βγαίνει μετά την ψυχή.

ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΧΝΙΟΜΑΣΤΕ, λοιπόν, σαν σήμερα το 1931 γεννιέται στη Σαλονίκη ο εξ Ανατολικής Θράκης καταγόμενος Κώστας Δημητριάδης. Σπουδάζει φιλολογία στο Αριστοτέλειο και βιοπορίζεται ως βιβλιοθηκάριος και επιμελητής εκδόσεων. Από το 1958 ώς το ’83 διευθύνει το περιοδικό «Διαγώνιος». Πρόκειται, για όποιον δεν κατάλαβε, περί του ωσεί παρόντος τα τελευταία χρόνια Ντίνου Χριστιανόπουλου, στον οποίο αποτίω τιμή παραθέτοντας λακωνικούς του στίχους αιχμηρού πνεύματος και υψηλότατου βεληνεκούς:

ΤΕΛΟΣ Τώρα που βρήκα πια μιαν αγκαλιά,/ καλύτερη κι απ’ ό,τι λαχταρούσα,/ τώρα που μου ’ρθαν όλα όπως τα ’θελα / κι αρχίζω να βολεύομαι μες στην κρυφή χαρά μου,/ νιώθω πως κάτι μέσα μου σαπίζει. • ΜΗΝ ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΕ την υπογεγραμμένη / ιδίως κάτω από το ωμέγα / είναι κρίμα να εκλείψει / η πιο μικρή ασέλγεια / του αλφαβήτου μας. • ΜΠΑΤΙΡΗΜΕΝΟ κουρείο/ Σάββατο βράδυ/ χωρίς δουλειά,/ μπατιρημένο κορμί/ Σάββατο βράδυ/ χωρίς έρωτα. • ΣΑΝ ΑΥΓΟ/ με ρούφηξε η νύχτα/ σαν τσόφλι με πέταξε.

ΕΛΑΧΙΣΤΟΙ ΣΥΓΚΡΑΤΟΥΝ ότι ο πολυσχιδής Μανώλης Γλέζος, που πρωτόδε το φως στ’ Απεράθου της Νάξου εννιά χρόνια νωρίτερα και δίνει τούτες τις μέρες μια ακόμα παλικαρίσια μάχη, διακονεί με αξιοθαύμαστες επιδόσεις μεταξύ άλλων την τέχνη του Αρχίλοχου και του Πίνδαρου. Ιδού δεινό δείγμα δικών του υψιπετών στροφών:

ΤΟ ΒΟΥΝΟ Είχε σημαδέψει τη ζωή μας ο όγκος του.// Η κορφή του παίρνει στα ουράνια και σεριανίζει/ τα παιδικά όνειρα/ μέσα στ’ απαλένια σύννεφα.// Σήμερα/ ω, σήμερα./ Να!/ Ετσι ν’ απλώσουμε τα χέρια/ θα τ’ αγκαλιάσουμε.// Σα να ’ταν/ το ύστατο εμπόδιο για την ευδία της ευφορίας/ ορμήσαμε/ μ’ όλες τις αισθήσεις σ’ έφοδο/ άπληστοι/ όλο ξυπασιά.// Στο δρόμο/ μας πόνεσαν τα λουριά από τα σακκίδια./ Γεμίσαμε ιδρώτα/ πόνεσαν τα μάτια από το αλάτι./ Τα εγκαταλείψαμε.// Αρνηθήκαμε τα σημαίνοντα./ Ενα-ένα αφήναμε/ κάθε τι το… περιττό/ όλα τ’ άχρηστα βάρη/ που χρόνια σηκώνουμε.// Από τα χρόνια τα ίδια δε μπορέσαμε/ ν’ απαλλαγούμε.// Πόσα πράγματα/ φαίνονται αχρείαστα.// Κι η κορφή του,/ λες,/ δε φτάνει πουθενά/ δεν έχει τέρμα/ δεν έχει τελειωμό.// Οταν είδαμε κι αποείδαμε/ πετάμε την ξυπασιά./ Αρνηθήκαμε και τα σημαινόμενα./ Μένουμε μπροστά του γυμνοί.// Στην κορφή δε φτάσαμε./ Ολες οι δυνάμεις/ αναλώθηκαν/ στην προσπάθεια/ ν’ απαλλαγούμε/ από τα περίσσια βάρη.