ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Ματούλα Κουστένη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μερικά ζουμερά pin-up κορίτσια και δίπλα τους λατρευτικές εικόνες αγίων. Στην επόμενη σελίδα γυμνές «συνομιλούν» με τα πορτρέτα από διάφορες μαντόνες του κόσμου. Χειρόγραφα με προσευχές και σημειώσεις που φανερώνουν λέξεις απαγορευμένες και σκέψεις βλάσφημες.

Οικογενειακές φωτογραφίες και μυστικές ιστορίες. Λίστες τραγουδιών, ακατάληπτα σκοτεινά κολάζ, γραπτές σημειώσεις και στίχοι. Φωτογραφίες σπάνιες. Χειροποίητες εκδόσεις. Βιβλία τσαλακωμένα και λεκιασμένα, κάποια σημαδεμένα με το ίδιο του το αίμα.

Ο,τι θα μπορούσε να περιγράψει τον μαγικό, δυστοπικό και κουρελιασμένο κόσμο του Νικ Κέιβ, φαίνεται πως χώρεσε σε μια υπέροχη έκδοση. Ιερόσυλη και ιερή, πορνογραφική και πνευματική, αποθεωτική και ψυχαναλυτική, η βιογραφία έχει τίτλο «Stranger Than Kindness» και καταγράφει 40 χρόνια μιας ξέφρενης δημιουργικότητας.

Η κυκλοφορία της επρόκειτο να συνδυαστεί με μια μεγάλη -αντίστοιχου περιεχομένου έκθεση για τη ζωή και το έργο του Αυστραλού τροβαδούρου στους χώρους της περίφημης βιβλιοθήκης «The Black Diamond» της Κοπεγχάγης. Το βιβλίο κάποιοι το έχουν ήδη στα χέρια τους, καθώς επισήμως κυκλοφόρησε χθες.

Τα εγκαίνια της έκθεσης -που ήταν προγραμματισμένα για τη Δευτέρα- έπεσαν δυστυχώς θύμα κι αυτά της πανδημίας κι έτσι αναβάλλονται επ’ αόριστον. Oπως αναβλήθηκε και η πολυαναμενόμενη περιοδεία του με τους The Bad Seeds σε δεκάδες ευρωπαϊκές πόλεις…

«O,τι βλέπετε σε αυτό το βιβλίο αποτελεί τον πολυσύνθετο κόσμο που υπάρχει γύρω από τις δημιουργίες μου και μέσα στον οποίο κατοικούν τα τραγούδια μου. Είναι το υλικό από το οποίο γεννήθηκαν τα κομμάτια αλλά και αυτό που εξακολουθεί να τροφοδοτεί τη δημιουργία», γράφει ο Νικ Κέιβ στην εισαγωγή της βιογραφίας επιμένοντας να αποκαλεί τα ντοκουμέντα «περιφερειακό υλικό».

Μία, δηλαδή, ακατέργαστη κι αφιλτράριστη ύλη από την οποία προέκυψαν σπουδαίες μουσικές και ιστορίες ζωής. Είναι επίσης, όπως επισημαίνει η «Γκάρντιαν», «ένας μπερδεμένος και παρορμητικός χάρτης μιας δημιουργικής ζωής που αρχικά -και για μεγάλο χρονικό διάστημα- κυριεύτηκε από μια άγρια αυτοκαταστροφική διάθεση και τελευταία επιβραβεύτηκε με μοναδική αποδοχή και δόξα».

Ο ίδιος ο Κέιβ επιμένει πως όλες αυτές οι μικρές ψηφίδες της ζωής του αποτελούν «τη μυστική και άμορφη περιουσία του καλλιτέχνη». Μόνο που κλεισμένα όλα μαζί σε ένα βιβλίο αποκαλύπτουν τον -συχνά- ψυχαναγκαστικό τρόπο εργασίας του, τις αδυναμίες και τις διαχρονικές εμμονές του: την πίστη, τις αμαρτίες, την απελπισία, τη θλίψη, εκείνα που τον λύτρωσαν, όσα αγάπησε σφόδρα, όσα επιθύμησε βαθιά, όσα συναισθήματα μετασχηματίστηκαν σε λόγια.

Είναι επίσης πολύ χαρακτηριστικός ο τρόπος που ξεκινά αλλά και χτίζεται η αφήγηση στη βιογραφία. Αυτός που δίνει τον τόνο από τις πρώτες σελίδες είναι ο δάσκαλος, πατέρας του Νικ Κέιβ, Κόλιν (υπέροχη η φωτογραφία του), ο οποίος, όπως μαρτυρά το βιβλίο, σε μια ασυνήθιστη αλλά καθοριστική για τη σχέση με τον γιο του πράξη, διάβασε στον 9χρονο Νικ την πρώτη παράγραφο από τη «Λολίτα» του Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ. «Ηταν η πιο οικεία στιγμή που πέρασα ποτέ με τον πατέρα μου», παραδέχτηκε αργότερα ο Κέιβ.

Κατά τα άλλα, μεταξύ των πρώιμων προσωπικών θραυσμάτων υπάρχει μια επιστολή προς τον πατέρα του Νικ Κέιβ από τον διευθυντή του σχολείου του στη Μελβούρνη (γραμμένη το 1975 που ο Νικ συμπλήρωνε τα 17), στην οποία αποτυπώνεται η ανησυχία για τη «στάση αλλά και τη συμπεριφορά του νεαρού». Πώς ήταν εκείνη την περίοδο το μετέπειτα σκοτεινό μας ίνδαλμα; Μια φωτογραφία -από την ίδια χρονιά- τα αποκαλύπτει όλα: τα μαλλιά και το πρόσωπο ήταν βαμμένα α λα Ντέιβιντ Μπάουι, τα μπατζάκια γυρισμένα για να φαίνονται οι ριγέ κάλτσες, το ύφος έτοιμο να κατακτήσει τη σκηνή.

Και να σκεφτεί κανείς πως στο βιβλίο χώρεσε μόνο μία πτυχή της ομώνυμης έκθεσης, η οποία επρόκειτο να ανοίξει χθες στη Βιβλιοθήκη της Κοπεγχάγης αλλά ανεστάλη λόγω κορονοϊού. Ας ελπίσουμε ότι το σχέδιο δεν θα ναυαγήσει εντελώς αλλά θα προγραμματιστεί εκ νέου για το μέλλον. Γιατί άλλο να ξεφυλλίζεις μια ζωή κι άλλο να την ακούς και να την περπατάς, να τη θαυμάζεις μέσα από έργα τέχνης, βίντεο και εγκαταστάσεις, να τη νιώθεις μέσα από σπάνιες φωτογραφίες, ταινίες και προσωπικά αντικείμενα.