Η συνέντευξη την Τετάρτη 1/4 του υπουργού Οικονομικών της Γαλλίας Μπρούνο Λεμέρ στους Financial Times επιβεβαίωσε τον συμβιβασμό Βορρά και Νότου στην ευρωζώνη. Εναν συμβιβασμό που πρώτος τον είχε προαναγγείλει ο πρώην πρωθυπουργός της Ιταλίας και νυν επίτροπος Οικονομικών της Ε.Ε. Τζεντιλόνι, ο οποίος κατέστησε σαφές ότι Ευρωομόλογο Ειδικού Σκοπού χωρίς τη Γερμανία δεν μπορεί να υπάρξει.
Ετσι η επιστολή των Εννέα προς τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, με την οποία ζητούσαν την έκδοση ευρωομολόγου για την αντιμετώπιση του κόστους της πανδημίας, κατέληξε τελικά να είναι όχι ανταρσία στην περιχαράκωση της Γερμανίας, αλλά τακτικός ελιγμός για τη μεγιστοποίηση της εξεύρεσης πόρων για την επόμενη μέρα, μια πρόκληση που ήδη προβάλλει να έχει διαστάσεις μεταπολεμικής ανασυγκρότησης.
Μέχρι στιγμής οι Εννέα (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο, Ιρλανδία, Σλοβενία, Πορτογαλία και Ελλάδα) κατέγραψαν τη δυσαρέσκειά τους για τη στάση του Βερολίνου με τη Μαδρίτη και τη Ρώμη να προχωρούν ένα βήμα παραπάνω και να θέτουν βέτο στο σχέδιο συμπερασμάτων της Τηλεδιάσκεψης Κορυφής της περασμένης βδομάδας.
Καμιά χώρα όμως δεν εισηγήθηκε να σταλεί σαφές μήνυμα στο Βερολίνο και το μπλοκ του Βορρά ότι οι Εννέα δεν αποκλείουν να προχωρήσουν στην έκδοση διακρατικού κοινού ομολόγου με τη μορφή ενισχυμένης συνεργασίας, όπως προβλέπει η Συνθήκη της Λισαβόνας.
Είναι φανερό ότι οι Εννέα εκτιμούν ότι το κόστος μιας μετωπικής σύγκρουσης με το Βερολίνο είναι πολύ μεγαλύτερο από αυτό της αποδοχής των γερμανικών κόκκινων γραμμών, της άρνησης δηλαδή αμοιβαιοποίησης του κινδύνου μέσω κοινού δανεισμού καθώς και της μεταφοράς πόρων. Μια διαπίστωση που ισχύει κατ’ εξοχήν για τη Γαλλία, η οποία καλύπτει και στηρίζει τις χώρες του Νότου με στόχο να διαδραματίζει ρόλο γέφυρας με τη Γερμανία και τους συμμάχους της.
Η πρωτόγνωρη πρόκληση της πανδημίας δεν φαίνεται να έχει αλλάξει τη διαχρονική παραδοχή της γαλλικής ελίτ ότι η σύμπλευση και -στη χειρότερη περίπτωση- η αποφυγή σύγκρουσης με τη Γερμανία εξασφαλίζει στο Παρίσι πρόσθετη πιστοληπτική φερεγγυότητα σε αγορές και επενδυτές.
Τα παραπάνω αθροιστικά δείχνουν τη Γερμανία και τη Γαλλία να κινούνται όπως ακριβώς κινήθηκαν μετά την έναρξη της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, το Φθινόπωρο του 2008, και κυρίως μετά την έναρξη της κρίσης στην ευρωζώνη, την Ανοιξη του 2010: το Βερολίνο περιχαρακώνεται και χαράζει κόκκινες γραμμές και το Παρίσι δυσφορεί, διαμαρτύρεται και αντιπροτείνει, με την επιλογή της σύγκρουσης να είναι πάντα αδιανόητη.
Εκ των πραγμάτων, η παραπάνω στάση υποτιμά το μέγεθος της πρόκλησης της πανδημίας και βρίσκεται σε κραυγαλέα απόκλιση με τη διαπίστωση του Μακρόν ότι η χώρα βρίσκεται σε πόλεμο. Γνωρίζει κάποιος εμπόλεμες χώρες που στην αρχή της σύγκρουσης θέτουν όρια και πλαίσιο για την προσπάθεια μεταπολεμικής ανασυγκρότησης στο όνομα των κανόνων και της δημοσιονομικής κανονικότητας;
Το τι συμβαίνει είναι ολοφάνερο. Στο Βερολίνο υποβαθμίζουν συνειδητά την πρόκληση της διαχείρισης της πανδημίας με την κρίση στην ευρωζώνη, όπου επέβαλλαν την υπό όρους, προϋποθέσεις και προαπαιτούμενα αλληλεγγύη. Τούτων λεχθέντων, αποκτά καθοριστική σημασία το εάν ο συμβιβασμός που αναμένεται να επικυρωθεί στο Eurogroup της προσεχούς Τρίτης θα συνιστά, έστω και στοιχειωδώς, επαρκή στήριξη της Ιταλίας και της Ισπανίας.
