ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

ΜΕΓΙΣΤΗ ΠΑΡΑΛΕΙΨΗ να ’χω αναφερθεί στον μαγκίτη συνεπώνυμό του Βαγγέλη, στιχουργό και συνθέτη ρεμπέτικων τραγουδιών, όπως η Φαληριώτισσα του Παπαϊωάννου ή η Τζιτζιφιώτισσα του Δελιά, και όχι στον ίδιο τον Γιάννη Γρυπάρη, που πέθανε απ’ την πείνα τέτοιες μέρες τον μαύρο χειμώνα του 1942 στα 72 του. Μετασολωμικός λυρικός ποιητής, δημοτικιστής απ’ τους πρώτους, χρονογράφος και μεταφραστής τραγικών και της Πολιτείας του Πλάτωνα, μολονότι ελέγχεται για τις στερνές του επιλογές, συνέβαλε στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του Βενιζέλου και στην ανανέωση του Εθνικού Θεάτρου. Ιδού δεινό δείγμα στίχων του:

ΜΑΘΕ ΤΟΝ ΠΟΝΟ τον γερό/ βουβός στα δόντια σου ν’ αλέθεις./ Χύνε της λήθης το νερό/ μες στο τρελό κρασί της μέθης.// Θα πάει κι αυτό μιαν ομορφιά/ και πριν να γύρει ακόμα ο χρόνος,/ έχει ο Θεός, τα εφτά καρφιά/ θε να μας βάλει ο νέος πόνος.// Οριζε μοίρα τω μοιρώ/ εσύ που γνέθεις και ξεγνέθεις,/ χύνε της λήθης το νερό/ μες στο τρελό κρασί της μέθης.

ΤΟ ΩΡΑΙΟ ΝΗΣΙ που ο πόθος του μ’ ανάβει/ φαντάζομαι πως φεύγει κι αρμενίζει./ Σα πλώρες τον αφρό σκορπούν οι κάβοι./ Στων δέντρων τους ιστούς αγέρας τρίζει.// Το δρόμο που ξεκίνησε δεν παύει/ κι αν ούτε πάει μπρος ούτε ποδίζει,/ μα πάντα σαν ορθόπλωρο καράβι/ δίχως εμέ του Αιγαίου το κύμα σκίζει.// Δίχως εμέ! και μέσα στη χαρά μου/ σα νύφη απ’ τα στέφανα του γάμου/ πήρε το πλοίο και πάει και δε γυρνά// ενώ απ’ το βράχο, που έρημο και μόνο/ μ’ έρριξ’ η μοίρα, βλέπω να περνά/ και μ’ άκρα απελπισιά τα χέρια απλώνω.

ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΦΩΣ Μεσουρανίς ολόφεγγη η Σελήνη/ λαμποκοπά κι αστράφτει πέρα ως πέρα/ το φως της μες στον έρημον αιθέρα/ της νύχτας όλα τ’ άλλα φώτα σβύνει.// Μα εκεί βαθιά που ροδοφέγγει η μέρα/ όταν μικρή ζωή στη νύχτα μείνει,/ έν’ άστρο λίγο μα δικό του χύνει/ φως τρέμιο από την άγνωστή του σφαίρα.// Κ’ είπα: τέτοιο καλό μακριά από μένα,/ αφού κοντά σε μεγαλεία ξένα/ ό,τι σιμώνει το δικό του χάνει.// Καλύτερα μακριά και μοναχός μου/ σε μια άγνωστη κρυφή γωνιά του κόσμου/ λίγο μα και δικό μου φως με φτάνει.

ΣΤΕΡΝΟ ΤΑΞΙΔΙ Σκεβρό σανίδι, πως στριγγά τριζοβολούν οι αρμοί σου,/ ώρα την ώρα οι γόφοι σου θα ξεκλειδώσουν λες,/ μα εσύ ταξίδια μελετάς στους δρόμους της αβύσσου,/ ενώ οι παλιές στο σώμα σου κουφοδρομούν πληγές.// Στυλά τα μάτια στ’ άνοιγμα του λιμανιού η Γοργόνα/ κρατάει, ψυχή ακατάλυτη, μες στο φθαρτό κορμί,/ στα πελαγοδρομίσματα και στον αιώνιο αγώνα/ τη μαθημένη νιώθοντας να τη φτερώνει ορμή.// Ω, αλήθεια! Αντί αναγέλασμα της άστεργής σου μοίρας,/ να ρεύεις σκέλεθρο αχαμνό, στην άκρια ενός γιαλού,/ κι αν είν’ γραφτό σου να σε πιει πελάου καταποτήρας,/ πάρ’ ένα επίδρομο στερνό για κάπου πάντ’ αλλού.