Οσοι ζούμε σε αγροτικές και ημιαγροτικές περιοχές έχουμε περισσότερες επιλογές τούτες τις δύσκολες μέρες. Σε λίγη ώρα βρισκόμαστε έξω από τη μικρή πόλη ή το χωριό μας. Πάμε στα κτήματα και στα χωράφια. Εκεί ασχολούμαστε, ξεδίνουμε με ασχολίες της γης· κάποιοι κλαδεύουν τις ελιές, σκάβουν και φυτεύουν εποχικά λαχανικά, νέα δέντρα, κλήματα, μαζεύουν άγρια χόρτα, σπαράγγια.
Περιδιαβαίνοντας τη λεσβιακή ύπαιθρο συναντάμε πολλά μικρά αγροτόσπιτα· τα ντάμια ή κούλες. Ισόγεια στην πλειονότητά τους, πετρόχτιστα, βρίσκονται σε κάθε ελαιώνα, σε κάθε κτηνοτροφικό μερά. Αποτελούνται από έναν ενιαίο χώρο, σπανίως χωρίζονται στα δύο, με μπαγδαντί. Κολλητά υπήρχε δεύτερο συνεχόμενο κτίσμα, για τα ζωντανά της οικογένειας κι απ’ την άλλη πλευρά ήταν ο φούρνος και σε κοντινή απόσταση το πηγάδι.
Σήμερα πολλά από αυτά έχουν γκρεμιστεί κι άλλα καταρρέουν. Κάποιοι νοικοκύρηδες, μερακλήδες τα συντηρούν. «Οσο ζω εγώ, θα τα φροντίζω», είναι μια φράση των παλιών ανθρώπων, των τελευταίων. Κάποιοι από τους πατεράδες και τις μανάδες μας μέσα σ’ αυτά μεγάλωσαν. Από τα μέσα φθινοπώρου έως και τις αρχές καλοκαιριού, μερικές φορές, κατοικούσε σ’ αυτά ολόκληρη η οικογένεια.
Από πολύ νωρίς το πρωί μέχρι αργά το απόγευμα μάζευαν ελιές. Το βράδυ άναβαν τη λάμπα πετρελαίου και το τζάκι. Γύρω από αυτό καθόταν η οικογένεια. Η μάνα να φτιάξει το φαγητό της αυριανής ημέρας, ο πατέρας να καπνίσει και να πιει το ρακί του. Κάποιες φορές συγκεντρώνονταν από τα διπλανά ντάμια σε ένα, για να κάνουν γειτονιά.
Να πουν ιστορίες, παραμύθια, να μάθουν τα νέα από αυτόν που πήγε στο χωριό, γιατί ζούσαν σε ένα είδος αναγκαστικής, εργασιακής απομόνωσης. Αν υπήρχε κάποιος γραμματιζούμενος διάβαζε κάποια φυλλάδα ή βιβλίο αν βρισκόταν, ακόμα και παλιές εφημερίδες. Τα παιδιά έπαιζαν με τις σκιές που σχημάτιζαν τα χέρια τους στους τοίχους, με καρύδια, κυπαρισσόμηλα και βελανίδια. Μετά οι γείτονες της εξοχής άναβαν το φαναράκι τους κι επέστρεφαν στο ντάμι τους. Κι όταν ξημέρωνε πάλι από την αρχή· ίδιες κι ολόιδιες οι μέρες.
Τούτα ήρθαν στον νου μου, καθώς βρέθηκα στο μητρικό ελαιόκτημα. Είδα το παλαιικό ντάμι, έκοψα δεντρολίβανο, καθρεφτίστηκα στο εκατοχρονίτικο πηγάδι, μάζεψα άγρια χόρτα· μνημόνευσα τον παππού Χρήστο και τη γιαγιά Αγγελική, τους αγρότες προπάτορες.
Ο περιορισμός τους στον χώρο του κτήματος ήταν λόγω της δουλειάς και των συνθηκών της εποχής τους. Αλλά και γενικότερα μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα για τους ανθρώπους της επαρχίας, ο Στρατής Παπανικόλας έλεγε: «Αρχόντ’ τσι φουκαράδις ζούμ’ ακρυφά αμ’ του Θιο».
* συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
