ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο πρόσφατο φύλλο του τριμηνιαίου περιοδικού «Πλωμαρίτικοι Αντίλαλοι», του δραστήριου «Συνδέσμου Πλωμαριτών Αττικής «Βενιαμίν ο Λέσβιος», που κυκλοφόρησε στις αρχές του 2020, διέκρινα το θαυμάσιο κείμενο «Το βουνό που πεθαίνει, Requiem», του Γιώργου Βρασ. Λαγουμίδη, με το οποίο θυμήθηκα τη δική μου Αγκαθερή Πλωμαρίου Λέσβου, εκεί που παραθέριζα τα καλοκαίρια κατά τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια, στο νοτιοανατολικό του πευκοδάσους επικλινές οικογενειακό ελαιόκτημα, όπου στην κορυφή του ορθωνόταν πανύψηλο το περίτεχνα περιφραγμένο με στενόμακρα πευκόξυλα μελισσοκομείο του παππού μου Αριστείδη, που σαν φρούριο προστάτευε από τους ισχυρούς ανέμους τις πολυάριθμες μέλισσες, και στο χαμηλότερο άκρο του κτήματος έτρεχε αδιάκοπα η περιποιημένη υπόγεια βραχώδης στέρνα της γάργαρης πηγής πόσιμου νερού, ποτίζοντας ηδονικά τα λουλούδια και τα νοστιμότατα ζαρζαβατικά του φροντισμένου κήπου μας, ενώ καταμεσής στις ελιές δέσποζε η εξοχική κατοικία, ο «πύργος», με τον υπαίθριο πέτρινο φούρνο, το περιφραγμένο κοτέτσι, το κλειστό ντάμι για τα «ζωντανά» μας, τον γάιδαρο, το μουλάρι, το άλογο και τη δεμένη κατσίκα, καθώς και το επίπεδο ξερικό αμπέλι στα τρία γειτονικά σέτια, και παντού στο κτήμα, ενδιάμεσα στις ασημόχρωμες ελιές, διακρίνονταν οι διάσπαρτες καταπράσινες αχλαδιές, αρκομπλιές, μηλιές, συκιές, μυγδαλιές, καρυδιές και ο μεγαλοπρεπής σκιερός πεύκος, ριζωμένος ανάμεσα στις δύο επίπεδες βραχώδεις πλάκες, που χρησιμοποιούσε η γιαγιά μου, η Δέσποινα, για απλωταριές, όπου σύμφωνα με το κείμενο του Γιώργου Λαγουμίδη:

«Για τους περισσότερους παραθεριστές η εξοχή συνδυαζόταν και με ανθράκευση αγαθών για τους δύσκολους χειμερινούς μήνες· δίπλα από κάθε «πύργο» και καλύβι υπήρχε μια απλωταριά. Εκεί κατά περιόδους θα άπλωναν τα σύκα να ξεραθούν και αφού τα ξέραναν, ένα μέρος το ζεματούσαν και το πάστωναν σε ξύλινα κασάκια με φύλλα από βάγια και μυρτιά για συντηρητικό, πολύτιμη χειμωνιάτικη λιχουδιά, άλλο μέρος ίσως το καλύτερο το γέμιζαν με καρύδια, πιπερόριζα και άλλα μυρωδικά, το φούρνιζαν και το αποθήκευαν κι αυτό σε κασάκια και τα υπόλοιπα τα έβραζαν στο καζάνι για να βγει ο μούστος για τις αλευριές, τα μουστοκούλουρα και τους καλόγερους ή σουζούκια, καρύδια περασμένα σε κλωστή που βουτούσαν περιοδικά στην αλευριά, τα ξέραιναν και κομμάτια από αυτά ήταν το κολατσιό μας στο σχολείο.

Οταν άδειαζε η απλωταριά με τα σύκα σειρά είχε να ξεραθεί ο τραχανός, άλλη ιεροτελεστία. […]. Η αλήθεια είναι ότι η απλωταριά δεν άδειαζε ποτέ, πότε με τις φέτες από ντομάτα που τις ξέραιναν για τον χειμώνα, παράλληλα με την άλλη τη βραστή, πότε απίδια κομμένα στη μέση που τα ξέραιναν, τα “απ’δουκόμματα”, για τα ζώα, και στο τέλος το φθινόπωρο να ξεραίνονται καρύδια».