Θα πρέπει να αισθάνεται πολύ ικανοποιημένος ο Μάριος Ποντίκας… Σαράντα χρόνια μετά το πρώτο ανέβασμα του «Γάμου» του, το 1980, από το Θέατρο Τέχνης, του συμβαίνει σήμερα αυτό που κάθε συγγραφέας θα ευχόταν στη θέση του. Μια ομάδα νέων παιδιών, με σύντομη μα δόκιμη πορεία στον χώρο, με αναπτυγμένα εργαλεία έκφρασης και απόδοσης, αποφασίζει να στρέψει το ενδιαφέρον της από παλιότερες μεταφορές της λογοτεχνίας, όπου διέπρεψε μέχρι τώρα, σε κόμβους της θεατρικής δραματουργίας μας. Και μετά την «Αγγέλα» του Σεβαστίκογλου, δοκιμάζονται και πάλι σε ένα έργο του ιστορικού Θεάτρου Τέχνης. Διαλέγουν τον δικό του «Γάμο».
Σαράντα χρόνια μετά, βλέπουν κάτι σε αυτό το έργο που οι περισσότεροι είχαμε ξεχάσει. Την τόλμη του. Το 1980, το Τέχνης και το θέατρό μας γενικότερα ήταν προσανατολισμένο, αν όχι ταμένο, σε έναν στόχο: στην αναζήτηση και ανάρρηση της ιθαγένειας ως δεσπόζουσας στο δραματολόγιο των θιάσων. Ο Ποντίκας ήταν ένας από τους συγγραφείς που καθιερώθηκαν στο διάστημα εκείνο της Μεταπολίτευσης που το ελληνικό θέατρο απαιτούσε την αναδιανομή του ρεπερτορίου με γνώμονα όχι πια μόνο τα «ρεύματα του εξωτερικού», αλλά κυρίως τα ρεύματα που δρουν κάτω από τη σύγχρονη νεοελληνική ταυτότητα. Σε αυτό το στάδιο της πάλης για αυτογνωσία, ο Ποντίκας είχε με τον «Γάμο» το θάρρος να μιλήσει για μια «πατρίδα» και για μια λαϊκή ηθική που οι περισσότεροι κατά βάθος αποδέχονται ακόμα κι αν ελάχιστοι παραδέχονται δημοσίως.
Το έκανε αυτό προτείνοντας καινοτομίες τις οποίες το ελληνικό θέατρο δεν ήταν πάντα αρκετά ώριμο να αντιληφθεί. Για παράδειγμα, το κεντρικό πρόσωπο στον «Γάμο» του, η κοπέλα που πέφτει θύμα βιασμού κι όμως σύρεται σε γάμο με τον βιαστή της, παραμένει βωβό καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου. Είναι το σιωπηρό κέντρο μιας βεντάλιας από το οποίο ακτινωτά εξέρχονται οι υπόλοιπες φωνές: ένας πατέρας (Ελισσαίος Βλάχος) βγαλμένος από τα έγκατα του νατουραλισμού, έτοιμος πρώτα να θυσιάσει την κόρη του στο όνομα της «τιμής», για να θυσιάσει έπειτα την τιμή στο όνομα του χρήματος.
Μια μάνα (Βάσω Καμαράτου) που μόνο in vivo μπορεί να γίνει κατανοητή σαν κράμα συμβιβασμού και απόγνωσης, ψυχή χαραγμένη από την αδυσώπητη σκληρότητα της επιβίωσης. Η αδελφή αυτή, ναι, συντάσσεται πλήρως με τον κώδικα της λούμπεν λαϊκής ηθικής (Μυρτώ Πανάγου): σκληρή, εγωπαθής κι εν τέλει «ανάδελφη»: τη φανταζόμαστε μέλλουσα μητέρα και οικτίρουμε τα παιδιά της.
Και ακόμα παραέξω οι υπόλοιποι (τους υποδύονται όλους οι Δημήτρης Κουτρουβιδέας και Δημοσθένης Ξυλαρδιστός): οι μάρτυρες της δίκης για τον βιασμό, ο συνήγορος, ο εισαγγελέας, στο τέλος ο ίδιος ο βιαστής… Ο «κόσμος»: «-Καλό παιδί, την είχε, είπαμε, ερωτευθεί, είναι και νέος, μήπως δεν τα ήθελε και αυτή;… Εχει πάντως καλό σκοπό, μπορεί να επανορθώσει, θα δείτε, υπάρχει εκτός από ηθική και υλική αποζημίωση»…
Οσο προχωράει το έργο, αντί να επικεντρωνόμαστε στο θύμα, απομακρυνόμαστε από αυτό, ξεχνάμε το γεγονός, κι ο άνθρωπος-γυναίκα γίνεται μία από τις συνιστώσες κάποιου άλλου προβλήματος: Αφού βιάστηκε, στάλθηκε στην πυρά από τους συγγενείς της, παραμορφώθηκε, λοιδορήθηκε και σπιλώθηκε, οδηγείται τελικά στην εργαλειοποίησή της για το μέλλον των δικών της. Στο τέλος όλοι, άλλοι ενεργά κι άλλοι με τη σιωπή τους, οικογένεια, κοινωνία, κράτος και εκκλησία (εύγλωττα αποκαλύπτονται πίσω από τα πέπλα των σκηνικών της Bίκυς Πάντζιου) συνηγορούν στη συγκάλυψη του βιασμού με τον γάμο με τον βιαστή. Βρικόλακες…
Σαράντα χρόνια μεσολαβούν μεταξύ του πρώτου ανεβάσματος και του φετινού στον «Σταθμό» από τους Κώστα Παπακωνσταντίνου και Αγγελική Μαρίνου. Είναι πολλά; Πιστέψτε με, διαγράφονται όλα με τη μία, σε μια μόνο εικόνα, στην αρχή κιόλας της παράστασης. Οταν η κοπέλα κάθεται στο γυναικολογικό τραπέζι ενώπιόν μας και μας επιδεικνύει ευθαρσώς το αιδοίο της (είναι η Μαργαρίτα Τρίκκα και την ευχαριστούμε πολύ). Κάτι που θα ήταν αδιανόητο για το θέατρο του ΄80, εκτοξεύει τον πυρήνα της παράστασης στις εκφραστικές δυναμικές τού σήμερα.
Ορίστε λοιπόν! «Αυτό» είναι που ντρεπόμαστε να ομολογήσουμε, αυτό για το οποίο μιλούμε υπαινικτικά, στα κρυφά. Τώρα όμως «αυτό» που έπρεπε να μένει καλυμμένο αποκαλύπτεται για να ξεσκεπαστούν όσα κρύβονται. Οταν μια κοινωνία έχει αποφασίσει να κοιτά «αυτό», το θέατρο μας καλεί να δούμε τι υπάρχει από πίσω του. Το πρόσωπο μιας βουβής γυναίκας που ζητά απεγνωσμένα να δανειστεί τη φωνή μας.
Ετσι με το αιδοίο «στα μούτρα μας», ο «Γάμος» του Ποντίκα μάς βγάζει τη γλώσσα. Και δείχνει τα δόντια του όπως ποτέ ξανά. Δεν είναι ζήτημα «ηθογραφίας», δεν μιλούμε μόνο για «ντοκουμέντο». Είναι μια στιγμή άγριας καταγγελίας, μια ριπή ωμού ρεαλισμού που δεν μιμείται την πραγματικότητα αλλά τη διυλίζει, την αποστάζει και μας τη σερβίρει ανόθευτη.
Για την αφηγηματική τεχνική της ομάδας μού μοιάζει περιττό να μιλήσω. Ηδη από τον καιρό που τα παιδιά δοκιμάζονταν στο «μεταδραματικό», προετοίμαζαν, καθώς φαίνεται, την επιστροφή τους στον λόγο με ενέργεια και τεχνογνωσία πρωτόγνωρες. Μα ας πούμε κι αυτό: Είμαστε κι εμείς, το κοινό, από την άλλη… Που πλέον έχουμε ασκηθεί στο να βλέπουμε πίσω από την «ηθογραφία» στο προκείμενο. Που αποδεχόμαστε ότι οι ηθοποιοί δεν χρειάζεται να χάνουν ούτε στιγμή την οντότητά τους στη διάρκεια μιας παράστασης. Πως οφείλουν να αφηγηθούν την πράξη και να τη διδάξουν. Και ότι μπορούν να δείχνουν τα πρόσωπα των ρόλων τους σαν κοινωνικά γκέστους.
Με αυτά δουλεύουν οι ηθοποιοί ως ομάδα εργασίας, πάνω σε ένα πρότζεκτ που θα δώσει φωνή στην κραυγή της (όποιας) κοπέλας. Στο τέλος της παράστασης όλα τα πρόσωπα έχουν πια φορέσει τα καλά τους για τον «γάμο». Κι όμως στέκονται μπροστά μας γυμνοί. Απέναντι σε εμάς, τους εξίσου σιωπηλούς και «γυμνούς» θεατές τους.
Θέλω όμως να προσθέσω κάτι που, ξέρω, απασχολεί. Πολλοί μπορούν να αναρωτηθούν πού βρίσκονται πια όλα αυτά σήμερα στην Ελλάδα… Δεν είναι σωστό. Για χρόνια το θέατρό μας έμοιαζε προορισμένο να μιλάει για το τι συμβαίνει στη χώρα «του», στους συντοπίτες, στους καιρούς «του»… Αυτό χάριζε πιθανόν κάποια πρόσκαιρη αίσθηση οικειότητας, έκανε όμως γρήγορα τα πράγματα να μοιάζουν ξεπερασμένα ή περιορισμένα. Αν όμως κάτι είναι γνήσια ελληνικό, θα είναι ελληνικό στην αρχή, όχι στο τέρμα. Ποτέ δεν άκουσα να κρίνουμε ένα ιρλανδικό έργο για το αν αυτά που λέει συμβαίνουν στην Ιρλανδία.
Ο Ελληνας συγγραφέας έχει το ίδιο δικαίωμα να μιλάει για πράγματα που συμβαίνουν εκτός συνόρων ή -ακόμα καλύτερα- εκτός του ορατού μας πεδίου. Η αντιμετώπιση του βιασμού από την παραδοσιακή πατριαρχική ηθική και οι γυναικοκτονίες (γιατί περί αυτού τελικά πρόκειται) ενδιαφέρουν το ίδιο είτε συμβαίνουν στη χώρα μας είτε αλλού, είτε τις αντιλαμβανόμαστε είτε όχι.
Ο «Γάμος» του Ποντίκα με τη νέα γραφή και μορφή του θα μπορούσε να ενδιαφέρει πολλούς. Οπου υπάρχει σιωπή, εκεί είναι η πατρίδα του.
