Ακαδημία της Ελλάδος ονόμαζε ο ποιητής Γεώργιος Στρατήγης το σαλόνι του Σουρή, περί του οποίου έγραφα και χθες. Παλαμάς, Δροσίνης, Προβελέγγιος, Παπαντωνίου, Μαλακάσης, Πολέμης, Αννινος, Περικλής Γιαννόπουλος, Νιρβάνας, Καρκαβίτσας, Ξενόπουλος, Πορφύρας, Μαρκοράς, Ταγκόπουλος, Γαβριηλίδης, Αγγελος Βλάχος, Κουσουλάκος, Πωπ, πρωτοδιάβασαν στις πολυθρόνες του ακυκλοφόρητα έργα τους, καθότι υπήρξαν εκ των στυλοβατών του σεπτού οίκου, παρέα με εκατοντάδες γραφιάδες της εποχής και λάτρεις της μουσικής και της καλαισθησίας. Στην Πινακωτών 15 (σημερινή Χαριλάου Τρικούπη) λειτουργούσε η φιλολογική σάλα ώσπου, που μετακόμισε μαζί με τους νοικοκυραίους στις οδούς Διδότου 33, Ζωοδόχου Πηγής 15 και αργότερα στο 58. Τα καλοκαίρια κατέβαινε για τα μπάνια του στο θέρετρο του Νέου Φαλήρου, επί της Ζαΐμη 18.
Υπνωτισμένοι οι θαμώνες απολάμβαναν καϊμακλίδικο καφεδάκι, γλυκό βύσσινο και αλκοολούχα τερψιλαρύγγια, έπαιζαν δημοπρασία, τόμπολα, πόκα, σκάκι και μάους, απήγγελλαν ποιήματα και με αρκούντως ακονισμένο το πνεύμα, περί τα μεσάνυχτα, καλούσαν πνεύματα από το υπερπέραν στις πρώτες παρ’ ημίν συνεδρίες του είδους. Κάποιοι τις έπαιρναν διπλοσοβαρά κι άλλοι μισοαστεία. Μεταφέρω την αύρα τους με στίχους που αλίευσα στο ιστολόγιο «gerontakos» και έγραψε ο Σουρής, όταν χάθηκε απ’ το σπίτι δερμάτινη θήκη με κουταλο-μαχαιρο-πίρουνα: «Ω τεθλιμμένη σύζυγος και τέκνα προσφιλή/ του ταλαιπώρου Ελληνος και βλάμη Φασουλή/ ο δυστυχής μας μάρσιπος εχάθη διά πάντα/ και τόσα επροκάλεσε περίεργα συμβάντα/ και τώρα σας πληροφορώ πως από ’δώ και πέρα/ σερβίτσια πια δε θα ’χωμε να κάνουμε βεγγέρα/ ούτε σαν πριν θα δίνουμε στο σπιτικό μας μπάλους/ στα σερκλ – Ανγκλαί, στα ντιστεγκέ και σ’ όλους τους μεγάλους».
Ραπόρτο μεταφυσικό έστειλε σε άτομα άκρας εμπιστοσύνης για να τα βρει και ιδού το αποτέλεσμα: «Αρχίζω να βογγώ/ κι εξαίφνης εμφανίζεται ο ποιητής Ουγκώ./ Περί μαρσίπου τον ρωτώ εν πάση ψυχραιμία,/ αλλ’ ου φωνή κι ακρόασις κι απάντησις καμμία./ Τον ερωτώ και δεύτερον με βλέμμα σκυθρωπόν/ κι εκείνος α λα γαλλικά το στρίβει σιωπών.// Ξαναβογγώ λοιπόν κι εγώ και να σου ο Σαιξπήρος,/ μου λέγει δε, πως ένδοξος ως ποιητής θα γίνω/ και μετά θάνατον κι εγώ αθάνατος θα μείνω/ κι ουδέ να χάνομαι ποσώς για μία παλιοτσάντα,/ αφού θα στήσει κι εις εμέ το Εθνος ανδριάντα».
Ανένδοτος ο οικοδεσπότης επιμένει για να πάρει αγενέστατη απόκριση από τον Αγγλο ευγενή: «Δίχως καν μια λέξη να προφέρει/ σηκώνει κατεπάνω μου το φοβερό του χέρι/ κι ενώ αργά εσήμαινε το εκκρεμές τρισήμισυ/ μου έδωσ’ ένα φάσκελο να το ’χω για ενθύμηση». Μετακομίζοντας κάποτε αποχαιρέτησε νοσταλγικά το σαλόνι: «Εδώ που λες της αρχοντιάς επήρα τον αέρα,/ εδώ μαγείαις τραπεζιών και βρόντα νύκτα – μέρα,/ εδώ συνήρχοντο μ’ εμάς/ και στρατιαί πνευμάτων,/ τελώνια της Χαλιμάς/ αγνώστων ονομάτων.// Εδώ σπινθήριζε μυαλό και πνεύμα ντιλικάτο,/ εδώ κανείς κοινός,/ εδώ φωλιάζαν πνεύματα που φέρνουν άνω – κάτω/ το πνεύμα καθενός.// Κηλίδα δεν εκύτταζες εις το τραπεζομάντυλο/ και μ’ ένα – δύο νεύματα/ ήρχοντο μάγων πνεύματα/ κι εσβύνανε της λάμπαις μας και κάθε πολυκάντυλο».
