Εσπευσα να προμηθευτώ, μόλις εμφανίστηκε στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, το καινούργιο πόνημα του Στέλιου Βαρβαρέσου «Ενα ταξίδι στην Ανατολή – Οι Ινδίες» (Παπαζήσης, 2019). Πρόκειται, καθώς μαρτυρά ο τίτλος, για εξωτικό ταξιδιωτικό αφήγημα που μεταφέρει αφειδώλευτα εικόνες, χρώματα και αρώματα του λαγγεμένου τόπου, αλλά δεν μένει μόνο εκεί. Ο Βαρβαρέσος αναζητεί κάθε στιγμή και ανακαλύπτει την ασύγκριτη πνευματικότητα των Ινδιών, ξεδιαλύνει τα μυστήριά τους, συνομιλεί με τη μακραίωνη ιστορία και τα επάλληλα στρώματα του πολιτισμού τους, διεισδύει στη μαγεία τους, αναψηλαφεί την ψυχή τους.
Ρέουσα η γραφή του, σε καθηλώνει. Μας είχε προετοιμάσει άλλωστε στο προηγούμενο βιβλίο του «Η χαμένη τέχνη του ταξιδιού» (Παπαζήσης, 2017), όπου, με φιλοσοφική διάθεση και παραπομπές από τον Βούδα και τον Καζαντζάκη ώς τον Λάο Τσε και την Κάτια Αντωνοπούλου, εμβαθύνει στη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ τουρίστα – καταναλωτή και ταξιδιώτη – πρωταγωνιστή της αέναης αναζήτησης.
Η περιήγησή του στο Νεπάλ και τη Βόρεια Ινδία, από το Μανάλι και το Κασμίρ μέχρι το Μπενάρες, το Δελχί, την Αγρα και τις μαγευτικές πολιτείες του Ρατζαστάν, έγινε πριν από είκοσι χρόνια και βάλε, ωστόσο μεταφέρει ολοζώντανα και παραστατικά ακόμα και δευτερεύουσες καθημερινές λεπτομέρειες. «Οι μικρές ιστορίες μπορούν να σώσουν τη μικρή μας ζωή, να θεραπεύσουν την ασθενική ψυχή μας. Οι μικρές όμορφες ιστορίες είναι εκείνες που μας κάνουν να συνεχίζουμε να ζούμε, να ελπίζουμε, να σχεδιάζουμε το επόμενο βήμα. Χωρίς μικρές ιστορίες βασιλεύει η λήθη, η μοναξιά, η λησμονιά…» σημειώνει.
Με ασήμαντες παραλλαγές έκανα ανάλογο ταξίδι περίπου τα ίδια φεγγάρια με εκείνον. Διαβάζοντας τις σελίδες του, το ξανάζησα λεπτό προς λεπτό, οπότε ας μου συγχωρήσει την αυθάδεια να αναφερθώ σε ορισμένες μικρές στιγμές στην παραμυθένια πόλη Τζεϊσαλμέρ στην καρδιά της ερήμου Ταρ. Φθάσαμε σούρουπο. Ρουφούσαμε αχόρταγα στη διαδρομή αλλεπάλληλες εικόνες που εισέβαλλαν καταιγιστικά από το κλειστό παράθυρο του τρένου μαζί με αναρίθμητους κόκκους άμμου, που ’καναν μέρες να ξεκολλήσουν απ’ τ’ αυτιά, τα ρουθούνια και τα βλέφαρα.
Ο ξυπόλητος πιτσιρικάς μάς την είχε στημένη στην εξώπορτα του ξενοδοχείου, βγαίνοντας για βραδινό φαγητό. «Μπράδερ» αναφώνησε με ενθουσιασμό, ορμώντας στην αγκαλιά μου, σαν να ’μουν ο αληθινός του μονάκριβος αδελφός που περίμενε χρόνια. Η αφοπλιστική οικειότητά του δεν άφηνε περιθώρια για αντιρρήσεις. Χρίστηκε αυτοβούλως άτυπος ξεναγός μας και επί επτά μέρες μας συντρόφευε χαμογελαστός σε κάθε μας βήμα. Φεύγοντας, ζήτησε να του κάνουμε δώρο παπούτσια.
Στο μαγαζί διάλεξε τα ακριβότερα λουστρίνια, εντελώς παράταιρα με τη λοιπή του αμφίεση. Ανθίστηκα τη μηχανή απ’ τα κρυφά νεύματα που αντάλλασσε με τον πωλητή. Κατσούφιασε στη ρητή μου άρνηση να τα αγοράσω, αλλά χάρηκε διπλά έξω στον δρόμο, όταν του ’βαλα στην τσέπη τα λεφτά, να γλιτώσει τουλάχιστον τη μίζα του τσαγκάρη. Σκηνή δεύτερη: Ολομόναχοι στην άκρη του πουθενά απολαμβάνουμε αγκαλιά με τη σύντροφό μου τη μαγεία του ηλιοβασιλέματος. Προβάλλει ξάφνου από πλαϊνό αμμόλοφο έτερος πιτσιρίκος με «φάντα» και «κόκα κόλες». Η εκδίκηση των πολυεθνικών!
