Η στήλη επανέρχεται μετά από δύο εβδομάδες απουσίας – και δεν σας κρύβω ότι με την αλλαγή του χρόνου, σκέφτηκα σοβαρά ακόμη και να την παρατήσω οριστικά. Οχι μόνο γιατί εδώ στο διεθνές τμήμα της «Εφ.Συν.» είχαμε τις προηγούμενες εβδομάδες τα… τυχερά μας (τι να σχολιάσω εγώ, π.χ. για το άθλιο, μονόπαντο μεσανατολικό σχέδιο Τραμπ, όταν προσφέρεται να μας γράψει αποκλειστικά γι’ αυτό ο ίδιος ο Παλαιστίνιος πρέσβης στην Ελλάδα;), αλλά και διότι οι μόνιμες στήλες είναι ζόρικα θηρία: στην αρχή σού δίνουν την ψευδαίσθηση της ελευθερίας, αλλά μετά από μερικά χρόνια καταλήγουν βραχνάς, ιδίως όταν σκαντζάρεις τα πενήντα (εκ των οποίων τα τριάντα σε αυτή την υπέροχη κωλοδουλειά), και δεν έχεις πια την ψωνάρα να βλέπεις κάθε μέρα τυπωμένη την ονοματάρα και την αποψάρα σου, επί παντός επιστητού, διά πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν.
Στα πέντε και κάτι χρόνια ύπαρξης των «Δρομο-λογίων», έχω γράψει ώς τώρα κάπου διακόσια κομμάτια – κάποια καλά, κάποια μέτρια, αρκετά αδιάφορα. Η εβδομαδιαία στήλη μου, που αποτελεί αποτέλεσμα παραινέσεων -για να μην πω… παραγγελιά- του Τάσου του Παππά και την τιτλοφόρησα και αφιέρωσα στον μακαρίτη δάσκαλο, τον Ρούσσο Βρανά, μου έδωσε πράγματι την ευκαιρία να γράψω (ακόμα πιο) ελεύθερα, να πάω συχνά κόντρα στα εσκαμμένα και τη γενική πολιτική «γραμμή» της εφημερίδας μας – κάτι που έκανα βέβαια και στις παλιότερες δουλειές μου. Και φυσικά με βοήθησε να γίνω απολαυστικά δυσάρεστος, όχι μόνο στους εκάστοτε κυβερνώντες, αλλά και σε συναδέλφους, φίλους και γνωστούς που, συχνά, μετά από ένα ανέξοδο «μπράβο, τι ωραία που τα γράφεις!», προσπάθησαν να με… επαναφέρουν διακριτικά στην «τάξη». Αλλά ένα είναι το σίγουρο: με την αρχική της τουλάχιστον μορφή, της ελευθερόστομης και συνθετικής ανάλυσης πάνω στα τρέχοντα γεγονότα, έχει (έχω;) νομίζω φτάσει στα όριά της.
Σήμερα, αίφνης, είχα μαζέψει υλικό για να γράψω για τον νέο (και ας ελπίσουμε τελευταίο – αλλά πόσες φορές το έχουμε ευχηθεί ήδη αυτό στα εννιά χρόνια ασταμάτητης αλληλοσφαγής;) γύρο σύγκρουσης των Δυνατών στην Ιντλίμπ της Συρίας, με ολίγη από Χάφταρ και Λιβύη. Ξεκίνησα, έγραψα το λιντ, αλλά μετά έπιασα τον εαυτό μου να «κολλάει»: ρε συ, τα έχω ξαναγράψει αυτά! Εν περιλήψει: ο παράφρων νεο-οθωμανός «Σουλτάνος», που αφού τα ’σπασε καλά καλά με τους Δυτικούς φίλους του, τώρα πλακώνεται στην Ιντλίμπ και στα περίχωρα της Τρίπολης με τον σκακιστή νεο-ιμπεριαλιστή λυκο-σύμμαχό του «Τσάρο». Και που λοξοκοιτάει ξανά προς Αμέρικα μεριά, αφού ο Τραμπ είναι ο μόνος που του κάνει ακόμα τα χατίρια, προδίδοντας εν μια νυκτί για πάρτη του τους δικούς του συμμάχους μιας χρήσης, τους αιώνια γελασμένους Κούρδους… Ενώ τη λυπητερή θα πληρώσουν όπως πάντα τα κάπου τρία εκατομμύρια άμαχοι της Ιντλίμπ, στην πλειονότητά τους πρόσφυγες από άλλες «απελευθερωμένες» από τον Ασαντ περιοχές της Συρίας, που τώρα συνωστίζονται κι αυτοί στην επτασφράγιστη τουρκική μεθόριο, ζώντας το δικό τους «Εξπρές του Μεσονυχτίου». Ωραίααααααα… Και λοιπόν;
Σταμάτησα. Τι νόημα έχει άλλο ένα τέτοιο κείμενο; Τι προσφέρει, και σε ποιον;
Γιατί, κακά τα ψέματα, πόσοι διαβάζουν πια τα κατεβατά μας; Χάρη στα κινητά, το ίντερνετ και τον αδιάκοπο βομβαρδισμό πληροφορίας, αυτό που ο αγαπημένος μου Σίμουρ Χερς αποκαλεί «24ωρο φαύλο κύκλο των ειδήσεων» και αναγορεύει (στον ανεκτίμητο αυτοβιογραφικό «Ρεπόρτερ» του) σε κορυφαίο κίνδυνο για την αληθινή δημοσιογραφία, η προσοχή των περισσότερων ανθρώπων έχει περιοριστεί στο ελάχιστο. Αλλά και από αυτούς που επιμένουν να διαβάζουν τα «σεντόνια» μας -όπως εσύ, μοναδικέ, χαλκέντερε αναγνώστη μου!-, πόσοι καταλαβαίνουν αυτό που πραγματικά θέλουμε να πούμε πίσω από τα φραστικά τερτίπια, τους γλωσσικούς ελιγμούς και τη (διαρκώς αυτολογοκρινόμενη, για «να μην πει ο κόσμος»!) πολιτική «κορεκτίλα» του σιναφιού μας; Δυστυχώς, όχι πολλοί – και πάνω απ’ όλα η ευθύνη είναι δική μας, των δημοσιογράφων.
Για παράδειγμα, πιάνω πολλές φορές τον εαυτό μου να «αυτοθαυμάζομαι» ακκιζόμενος μέσα σε κείμενα-ποταμούς από λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένα λογοπαίγνια, τα οποία νομοτελειακά μετατρέπουν τα βαθυστόχαστα δήθεν άρθρα μου σε απλές ασκήσεις ύφους πάνω σε χιλιοειπωμένα, στερεοτυπικά, μανιχαϊστικά λάιτ-μοτίφ για «κακούς» και «καλούς» πολιτικούς, για «προοδευτικές» και «συντηρητικές» πολιτικές και ρεύματα, για «δεξιές» και «αριστερές» κυβερνήσεις – κουραφέξαλα! Οσο περισσότερο καιρό κάνω αυτή τη δουλειά, τόσο περισσότερο πείθομαι ότι τα πραγματικά «φέικ νιουζ» είναι αυτά που δημοσιεύουμε και όχι αυτά που βγάζουν από την κοιλιά τους οι διάφοροι σκιτζήδες του διαδικτύου: η μισή εφημερίδα αναλίσκεται καθημερινά στην αναπαραγωγή δηλώσεων, ανακοινώσεων και «διαρροών» από διάφορους «θεσμικούς παράγοντες» – υπουργούς, διοικητές υπηρεσιών, συνδικαλιστές, δικηγόρους, διπλωμάτες και πάσης φύσεως παρατρεχάμενους. Επαγγελματίες ψεύτες, που όλοι ξέρουμε προτού καν ανοίξουν το στόμα τους πως λένε ψέματα και πως αυτά που λένε δεν αξίζουν ούτε το μελάνι της εκτύπωσής τους – αλλά παρ’ όλα αυτά συνεχίζουμε μαζοχιστικά σχεδόν να αναπαράγουμε τις γραβατωμένες παπαριές τους, τη σαπίλα τους, επειδή έτσι μάθαμε κι εμείς κάποτε να βγάζουμε το ψωμί μας… Και μετά μαζευόμαστε και κλαίμε όλοι μαζί για τον θάνατο της δημοσιογραφίας! Νισάφι πια…
Συγχώρα με, καλέ μου αναγνώστη, για το παραλήρημά μου. Ισως μπαίνω κι εγώ στη (δημοσιογραφική μου και όχι μόνο) «κλιμακτήριο». Σου υπόσχομαι όμως ότι, αν επιμείνω τελικά σε αυτή τη στήλη, θα το κάνω από εδώ και πέρα με άλλη ματιά – σαν ένα «παράθυρο» σε φρέσκα θέματα, ιδέες, κινήματα και καταστάσεις απ’ όλο τον κόσμο, που πρώτα θα εξιτάρουν εμένα και ύστερα θα παίρνουν τον δρόμο για το πιεστήριο, επειδή θα νιώθω πως αξίζει να διαβαστούν κι όχι επειδή με κυνηγάνε οι υλατζήδες.
