ΤΗ ΣΥΝΑΝΤΟΥΣΑ πού και πού τις Παρασκευές στην ταβέρνα «Λεύκα» της οδού Μαυρομιχάλη, εκεί που γνωρίστηκε με τον έρωτα της ζωής της, Ρόντνεϊ Ρουκ, στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Επίκεντρο του ενδιαφέροντος το τραπέζι της. Ευπροσήγορη και πάντοτε δεκτική, ακόμα και με αγνώστους που της έπιαναν την κουβέντα. Αφθονες βιογραφίες της Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ θα διαβάσετε τούτες τις μέρες. Περιορίζομαι στην παράθεση αποσπασμάτων από την παραπλανητικά τεθλιμμένη και άκρως ποιητική χώρα που σκαρφίστηκε κάποτε:
ΛΥΠΙΟΥ Τα ποιήματα αποτυχαίνουν/ όταν αποτυχαίνουν οι έρωτες./ Μην ακούτε τι σας λένε/ θέλει ερωτική θαλπωρή/ το ποίημα για ν’ αντέξει/ στον κρύο χρόνο…// Εναν τόπο επινόησα/ για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,/ λυπημένη ώς τους άλιωτους πάγους μέσα μου,/ ώς τα κρυσταλλωμένα δάκρυα,/ ώς να βγουν οι νοσταλγίες, πανθηρούλες λευκές/ που δαγκώνουν και τσούζουν οι δαγκωματιές τους.// Λυπιού λέω τον τόπο που επινόησα/ για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,/ μια κατάσταση που εντείνεται ακατάπαυστα/ αφού όλα τα ωραιοποιημένα τοπία του τέλους/ αρχίζουν να μυρίζουν μουχλιασμένα νερά/ και καρπούς σάπιους.//
ΣΤΗ ΛΥΠΙΟΥ φτάνεις χωρίς αναστεναγμό/ μόνο μ’ ένα σφίξιμο ελαφρό/ που θυμίζει τον έρωτα σαν στέκεται/ αναποφάσιστος στο κατώφλι του σπιτιού./ Εχει ιεροβάμονες ποιητές εδώ/ ποιητές με μεγάλη έφεση για ουρανό,/ πανύψηλους, που μ’ ένα τίναγμα της κεφαλής/ σημαίνουν το «όχι… όχι… λάθος»/ ή και το «τι κρίμα, τώρα είναι αργά!»/ ενώ ένας επαίτης στη γωνιά συνέχεια μουρμουρίζει:/ «Το καλό με τον πόθο/ είναι πως όταν χάνεται/ χάνεται κι η αξία του αντικειμένου του μαζί».// Εδώ όλες οι αποτυχίες της νιότης/ γίναν σιωπηλές πλατείες/ τα κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά/ κι οι τελευταίοι κακόμοιροι έρωτες/ σκύλοι κακοταϊσμένοι που πλανιόνται στα σοκάκια./ Κάτι χειρότερο από γερατειά,/ η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα.// […]
Ο ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΟΣ ΑΝΔΡΑΣ της Λυπιού/ βρήκε μια μαύρη πεταλούδα νεκρή στα σεντόνια του./ Ηταν γυμνούλης, λίγο ιδρωμένος και γυάλιζε/ αλλά όχι τόσο όσο εκείνη μ’ όλο το φως τ’ απροσμέτρητο/ που ’βγαινε απ’ το θάνατο./ […] Η πιο νέα γυναίκα στη Λυπιού είμαι ’γώ/ που κοιτώ, κοιτώ και δεν πιστεύω/ πώς τόσος κουρνιαχτός συσσωρεύεται/ στην οδό της χαράς./ Λέω: κάποιο λάθος έγινε εδώ/ και δεν ακολούθησα το δρόμο του μεταξιού/ ούτε άγγιξα ποτέ τον ήρωα του ποιήματος στο στήθος./ Την καρδιά του μόνο φαντάστηκα να στέκεται,/ σαν κάτι Τράπεζες που περνάμε απ’ έξω και λέμε:/ «Για φαντάσου πόσα εδώ, πόσα φυλάσσονται!».// […] Εδώ ο έρωτας κι ο θάνατος γίνηκαν ένα σώμα/ και το χορτάρι που φυτρώνει/ ανάμεσα στα ανάσκελα μέλη των αγαλμάτων/ τα κάνει σαν ζωντανές ψυχές να μοιάζουν/ που θλίβονται μες στο πράσινο και ναυαγούν/ σε ξένα μάτια κι ερωτευμένες υποφέρουν./ Στη Λυπιού λατρεύεται ο έρωτας-θάνατος/ σαν έννοια μια, ακέφαλη γιατί χωρίς ελπίδα.
