ΣΤΟ ΔΡΟΣΙΝΗ. Πώς αλλιώς/ να σε πω; Ο συνοδοιπόρος,/ χαίρε, ο πιο γερός, ο πιο παλιός/ για τ’ ανέβασμα στου Τραγουδιού/ τ’ Αγιονόρος./ Με το γέλασμα του παιγνιδιού/ με το γνοιάσιμο του κόπου/ δουλεμένο το βιβλίο μου καρτερεί/ τη ματιά σου, θρέμμα ανθρώπου/ που δεν είναι στη ζωή του μια στιγμή,/ μια χαρά στην ύπαρξή του, δίχως/ να ταράζει του τη σκέψη ο στίχος. Με τούτη την αφιέρωση έστειλε ο Κωστής Παλαμάς το βιβλίο του «Οι πεντασύλλαβοι» στον Γεώργιο Δροσίνη, για να λάβει την παρακάτω απάντηση:
ΑΠΟΚΡΙΣΗ ΣΤΟΝ ΠΑΛΑΜΑ Συνοδοιπόροι ναι, μαζί κινήσαμε/ στης Τέχνης το γλυκό ξημέρωμα – όμως/ με του καιρού το πέρασμα, χαράχτηκε/ του καθενός μας χωριστός ο δρόμος.// Εσύ το Ωραίο μες στα μεγάλα ζήτησες/ κι εγώ στα ταπεινά κι απορριμμένα,/ και δούλεψες το μπρούντζο και το μάρμαρο/ κι άφησες τον πηλό της γης σ’ εμένα.// Στις αλπικές χιονοκορφές ανέβηκες/ και στάθηκα στις λιόφωτες ραχούλες/ αρχόντισσες και ρήγισσες οι μούσες σου/ κι εμένα ψαροπούλες και βοσκούλες.// Εσύ στης δάφνης τ’ ακροκλώναρα άπλωσες/ κι εγώ σε κάθε χόρτο και βοτάνι/ στεφάνι έχεις φορέσει από δαφνόφυλλα/ – λίγο θυμάρι του βουνού μου φτάνει.
ΤΕΤΟΙΕΣ ΜΕΡΕΣ του 1859 γεννήθηκε ο ποιητής της «Ανθισμένης Αμυγδαλιάς», πιονέρος της Νέας Αθηναϊκής Σχολής και αναμορφωτής της λογοτεχνίας μας, που άντλησε τα θέματά του από την ανεκτίμητη λιτότητα της λαϊκής παράδοσης. Παραθέτω ταπεινό απάνθισμα του έργου του από τα Αναγνωστικά του Δημοτικού της παλιάς εποχής:
ΔΕ ΘΕΛΩ ΤΟΥ ΚΙΣΣΟΥ το πλάνο ψήλωμα/ σε ξένα αναστηλώματα δεμένο/ ας είμαι ένα καλάμι, ένα χαμόδεντρο/ μα όσο ανεβαίνω μόνος ν’ ανεβαίνω.// Δε θέλω του γυαλιού το λαμποφέγγισμα/ που δείχνεται άστρο με του ηλιού τη χάρη/ θέλω να δίνω φως από τη φλόγα μου/ κι ας είμαι κι ένα ταπεινό λυχνάρι.
Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΛΟΓΡΙΑ Σαν δεν είχε τι να φάει/ μια αλεπού πονηρεμένη/ αποφάσισε να πάει/ και καλόγρια να γένει.// Τρεις κοκόροι που δεν έχουν/ στο κεφάλι λίγη γνώση/ την πιστεύουνε και τρέχουν/ την ευχή της να τους δώσει.// Μπαίνουν μέσα στο κελί της/ τους ξομολογά εκείνη/ και κουνεί την κεφαλή της/ και συγχώρηση τους δίνει.// Και χωρίς να χάσει ώρα/ καθώς ήταν πεινασμένη/ τους αρπάζει κι είναι τώρα/ και οι τρεις συγχωρεμένοι.// Και η αλεπού τους κλαίει,/ τους μοιρολογά και λέει:/ Ετσι την παθαίνουν όσοι/ έχουνε κοκόρου γνώση!
Τ’ ΑΣΤΕΡΙ Εκοίταζα έν’ αστέρι που ψηλά/ στον ουρανό φαινόταν καρφωμένο/ ξάφνου το βλέπω και μεμιάς κυλά/ αχ! πού θα πά’ να πέσει το καημένο.// Μα σαν σε είδα είπα με το νου:/ – Στη γη έχει πέσει τ’ άστρο τ’ ουρανού.
Η ΑΜΑΡΤΩΛΗ Παπά, αν έρθει μια μελαχρινή/ να την ξομολογήσεις/ κοντούλα, αφράτη, με γλυκιά φωνή,/ πρόσεξε μην τυχόν και την αφήσεις/ να μεταλάβει την αμαρτωλή!/ Δε νήστεψε μια μέρα το φιλί.
