ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τελική δοκιμασία ενηλικίωσης, στην οποία ανταποκρίθηκε με θαυμαστή επιτυχία, ήταν για την ΕΛΣ το πρώτο της ανέβασμα της όπερας «Βότσεκ» του Αλμπαν Μπεργκ σε σκηνοθεσία Ολιβιέ Πι (19/1/2020). Τα προηγούμενα χρόνια είχαν επιχειρηθεί -και πάλι με εντυπωσιακή επιτυχία- εγχώριες παρουσιάσεις απαιτητικών έργων του Τσέχου Λέος Γιάνατσεκ («Πονηρή αλεπουδίτσα», «Γενούφα», «Υπόθεση Μακρόπουλου»), του Σοστακόβιτς («Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ») αλλά και η «Ηλέκτρα» του Ρίχαρντ Στράους, με την οποία άλλωστε εγκαινιάστηκε η νέα, υπερσύγχρονη αίθουσα της Λυρικής Σκηνής στο ΚΠΙΣΝ.

Ολα αυτά έφεραν κοινό και μουσικούς σε επαφή με τον κεντροευρωπαϊκό 20ό αιώνα, συμπληρώνοντας σημαντικά τα από καιρό χρωστούμενα κενά στο δραματολόγιο της ΕΛΣ. Η παράσταση στην κατάμεστη αίθουσα άφησε πάρα πολύ καλές εντυπώσεις και βιντεοσκοπήθηκε για αναμετάδοση από το πανευρωπαϊκής εμβέλειας γαλλικό πολιτιστικό τηλεοπτικό κανάλι Mezzo – για πρώτη φορά στην ιστορία της ΕΛΣ.

Εθνική Λυρική Σκηνή

Ο Πι μετακίνησε τον «Βότσεκ» από τα παραδεδομένα εικαστικά του συμφραζόμενα (Γερμανία, Δημοκρατία της Βαϊμάρης, δεκαετία του ’20, εξπρεσιονισμός κ.λπ.) μεταφυτεύοντάς τον στο περιβάλλον μιας πιο οικείας, σύγχρονης «μυθολογίας», έναν εφιαλτικό ημιαφαιρετικό χωροχρόνο κατοικημένο από αντίστοιχες αναφορές, μετατοπισμένες στις παραμονές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. 

Το φασιστικού ήθους, καταπιεστικό μιλιταριστικό περιβάλλον υποδηλώθηκε με ναζιστικές στρατιωτικές στολές, χώροι και τόποι οπτικοποιήθηκαν ως άξενο, αποστειρωμένο πρωτομοντερνιστικό αστικό τοπίο, ενώ η σκηνή στην ταβέρνα με τα ένθετα ομοερωτικά παρεπόμενά της παρέπεμπε στον Βισκόντι των «Καταραμένων». Η κατακερματισμένη σε 15 σκηνές αφηγηματική ροή φιλοξενήθηκε στο αριστοτεχνικό, περιστρεφόμενο πολυτοπικό σκηνικό του Πιερ-Αντρέ Βάιτς, το οποίο διασπόταν και ανασυναρμολογείτο συνεχώς σε στρατώνα, ιατρείο, φτωχή, λαϊκή πολυκατοικία του Μεσοπολέμου, καταγώγιο, έρημο δρόμο κ.λπ. Ταυτόχρονα, βοηθούμενο από τους άλλοτε εξπρεσιονιστικούς, άλλοτε κλινικά παγερούς φωτισμούς του Μπερτράν Κιγί, το φοβιστικά λαβυρινθώδες σκηνικό παρέπεμπε υπόρρητα στην τσακισμένη ψυχή του Βότσεκ.

Οδηγημένοι από τη λεπτομερώς χορογραφημένη σκηνοθεσία, μονωδοί και χορωδοί απέδωσαν τη δράση με εκφραστικά στιλιζαρισμένη κινησιολογία και υποκριτική, σε άμεση αντιστοιχία προς τη σκληρή, μοντερνιστική, εσκεμμένα αντιμελωδική γραφή του Μπεργκ. Επιπλέον, ο Πι έχτισε μια πολυώροφη σκηνική αφήγηση όπου χαρακτήρες και επεισόδια συνέχιζαν να εκδιπλώνονται στο βάθος μέχρι πλήρους αποσβέσεως, προσδίδοντας συνέχεια, συνοχή και πολυσημία στο θέαμα.

Μουσικά η παράσταση ήταν πάρα πολύ καλή, στηριγμένη από μια καλοδιαλεγμένη, ανεξαιρέτως ισορροπημένη διανομή. Στην κορυφή της μακράς σταδιοδρομίας του, ο Ελληνας βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος υπήρξε ένας συγκινητικός, τραυματικά εσωστρεφής Βότσεκ, δοσμένος σε άριστα γερμανικά, με θερμή, υγιή φωνή, με μουσικά αψεγάδιαστη τονική και φραστική ακρίβεια, συγκρατημένο πάθος.

Το γκροτέσκο δίδυμο των παγερών βασανιστών του ενσάρκωσαν θαυμάσια, με στυγνό στιλιζάρισμα και κλινική ακρίβεια, ο Βρετανός τενόρος Πίτερ Χόαρ (Λοχαγός) και ο μπασοβαρύτονος Γιάννης Γιαννίσης (Γιατρός). Σκηνικά θαυμάσια, φωνητικά και εκφραστικά καλή ήταν η Γερμανίδα υψίφωνος Ναντίνε Λένερ ως Μαρί, φωνητικά ταιριαστά στεντόρειος και σκηνικά πειστικός ως μάτσο μπήχτης Αρχιτυμπανιστής ο Βρετανός τενόρος Πίτερ Ουέντ (Λόενγκριν στην ΕΛΣ το 2017).

Η μεσόφωνος Μαργαρίτα Συγγενιώτου ενσάρκωσε ιδανικά τη Μάργκρετ, που ο Πι απέδωσε γκροτέσκα, ως καθ’ υπερβολήν λάγνα βινιέτα α λα Γκρος. Πολύ καλός ως Αντρέ ήταν ο τενόρος Βασίλης Καβάγιας, ενώ οι Βαγγέλης Μανιάτης και Μιχάλης Ψύρρας απέδωσαν θαυμάσια το κατά Πι ομοερωτικό ντούο των δύο Παραγιών. Αριστα καθοδηγημένος -που θα πει διόλου αμήχανος!- ήταν ως παιδί-θύμα ο νεαρός Σταύρος Μιχόπουλος (γιος της Μαρί). Αξιοπρεπής ήταν η Χορωδία της ΕΛΣ στη σύντομη αλλά κομβική παρουσία της στη σκηνή της ταβέρνας, πολύ καλή η Παιδική Χορωδία της ΕΛΣ στο ακόμη συντομότερο πέρασμά της στην τελική σκηνή της όπερας. Ο αρχιμουσικός Βασίλης Χριστόπουλος άντλησε από την Ορχήστρα της ΕΛΣ ήχο και έκφραση απροσδόκητα υψηλής ποιότητας και θερμοκρασίας, προφανές αποτέλεσμα εξαντλητικής μελέτης και σκληρής δουλειάς!