Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ ανήκει στη Β’ Μεταπολεμική Ποιητική Γενιά, οι περισσότεροι εκπρόσωποι της οποίας, γεννημένοι ανάμεσα στα 1929 και στα 1940, πολύ περισσότερο οι μεγαλύτεροι από αυτούς –όσοι γεννήθηκαν ώς το 1935– περνούν στην εφηβεία και στην ενηλικίωσή τους σε καιρούς δίσεκτους, αποκτώντας συνείδηση του εαυτού τους και του κόσμου στα χρόνια του Πολέμου, της Κατοχής, της Αντίστασης, του Εμφυλίου και του Ψυχρού Πολέμου.
Με συνέπεια ο μηδενισμός, η οδυνηρή αίσθηση της διάψευσης και της ήττας, της προδοσίας και της ενοχής που χαρακτηρίζουν τη στάση ζωής και την ποίηση των αμέσως προηγούμενων ποιητών, αυτών της Α’ Μεταπολεμικής Γενιάς, να παρατηρούνται, οπωσδήποτε σε ηπιότερη μορφή, και στη δική τους ποίηση.
Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, γεννημένη το 1939, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι μόνο ληξιαρχικά συγκαταλέγεται στη Β’ Μεταπολεμική Γενιά, αφού δύσκολα –και αν– θα μπορούσαν να εντοπιστούν στην ποίησή της κάποια ισχνά ίχνη μιας απόμακρης, έστω συναισθηματικής, έμμεσης μνήμης ή εμπλοκής της στα δραματικά ιστορικά και κοινωνικά δρώμενα του παρελθόντος∙ γεγονός που δεν πρέπει να αποδοθεί μόνο στην ηλικία της ποιήτριας, αλλά και στην ισχυρότατη, την καταλυτική ιδιοσυγκρασιακή της ιδιαιτερότητα, εξαιτίας της οποίας ο γενέθλιος τόπος, η μοναδική κοινή καταγωγή όλων των εκδοχών της ύπαρξής της -πνευματικής, ψυχικής, ακόμα και κοινωνικής-, είναι το σώμα της.
Ενα σώμα τόσο διεσταλμένο εννοιολογικά, ώστε να λειτουργεί σαν ένα αχανές και απροσδιόριστο πεδίο, στο κέντρο και στις παρυφές, στην επιφάνεια και στο υπέδαφος του οποίου συντελούνται ενώσεις, εντάσεις, εναντιώσεις και συνειδητοποιήσεις πολλαπλού χαρακτήρα.
Η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ συνδιαλέγεται μονίμως με το σώμα της∙ συχνά μιλάει για λογαριασμό του και στους κόλπους του καταφεύγει όταν αισθάνεται την απειλούμενη από τον έξω κόσμο ή από τη μονίμως ελλοχεύουσα μέσα της αίσθηση της φθοράς, ενίοτε και του θανάτου. Και νομίζω ότι δεν θα ήταν λάθος αν διατύπωνε κανείς την άποψη ότι η ποίησή της αποτελεί το απόσταγμα της καταγραφής των σημαντικότερων φάσεων ενός επώδυνου, λυτρωτικού, ωστόσο, οδοιπορικού, κατά τη διάρκεια του οποίου το ποιητικό υποκείμενο εναποθέτει, με άκρα εμπιστοσύνη, στις ακτές του σώματός του τα τιμαλφή της ψυχής του, καθώς και όλα όσα αισθάνεται ή αντιλαμβάνεται ικανά να περιβληθούν την ισχύ της ποίησης.
Η ποίηση της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ είναι μια ποίηση ιδιοτύπως αυτοβιογραφική, στον πυρήνα αλλά και στην επιφάνεια της οποίας συνυπάρχουν και συνεργάζονται αγαστά, όπως το απαιτούν οι περιστάσεις, ο λυρισμός, η ρευστότητα του προφορικού λόγου και ένας διάχυτος, αν και πάντα ελεγχόμενος, συναισθηματισμός.
Παρακολουθώντας κανείς τη συνεπή και οπωσδήποτε συναρπαστική ποιητική πορεία της, εύκολα θα κατέληγε στη βεβαιότητα ότι ο έρωτας αποτελεί την κύρια πηγή της ποίησής της –κατά την άποψή της «ο έρωτας αποτελεί την κύρια πηγή της ποίησης ενγένει, ακόμα και για εκείνους που θεωρούν ότι αντλούν από την πίστη τους στον Θεό ή στην επανάσταση». Αυτός είναι που, έστω για λίγο –αφού κανένα πραγματικό θαύμα δεν έχει διάρκεια– συνδέει τον άνθρωπο με ένα ιδανικό ζωής και, βέβαια, με την ίδια την ποίηση.
Ο έρωτας είναι η λυδία λίθος επάνω στην οποία δοκιμάζονται και επαληθεύονται η γνησιότητα και οι αντοχές των στοιχείων που συνθέτουν το πραγματικό, το αληθινό πρόσωπο του ποιητή και του αναγνώστη. Ο έρωτας είναι η μοναδική κατάσταση, το μοναδικό γεγονός, κατά τη διάρκεια της έντασης του οποίου, στις κορυφώσεις, μάλλον, της έντασής του, ο άνθρωπος λειτουργεί σύμφωνα με τις ανταποκρινόμενες στις πραγματικές του ανάγκες επιταγές της φύσης. Αποτελεί, με άλλα λόγια, τη μοναδική –έστω τη σημαντικότερη– ένδειξη ή μαρτυρία ότι πίσω από την ακατάπαυστα φθίνουσα ύλη καιροφυλακτεί, επωάζεται, το αιώνιο, με την ευεργετική δύναμη και επενέργεια του οποίου αναστέλλεται η διαβρωτική για το σώμα και το πνεύμα εξάπλωση της φθοράς.
Ο έρωτας αλλά και η φύση αποτελούν, κατά την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, τις δύο αστείρευτες τροφοδότρες πηγές της ποίησής της, απεικονίζοντας, συμβολίζοντας και ενσαρκώνοντας το μέγα μυστήριο της ζωής. Ιδιαίτερα η φύση που, μέσα στη διαρκή, τελετουργική και μυστηριακή, μέσα στους κόλπους της, εναλλαγή των πτυχών της αιωνιότητας, διδάσκει και δείχνει, σιωπηλά, την καταγωγή και την προέλευση του ανθρώπου.
Η φύση «μας μαθαίνει να ζούμε, να βλασταίνουμε, να πληθαίνουμε, να λάμπουμε και να στεγνώνουμε τα δάκρυά μας όπως στεγνώνει η βροχή πάνω στα φύλλα, χωρίς να ξέρουμε αν θα μάθουμε ποτέ. Χώνεσαι μέσα στη φύση και ξεχνάς όλα τα αναπάντητα ερωτήματα. Κι όταν σε πιάνει η αγωνία πάλι η φύση σε παρηγορεί, γιατί οι ρίζες και οι καρποί θα ζήσουν από σένα πιο πολύ», λέει κάπου∙ κι αλλού: «Και τότε, περιτριγυρισμένο απ’ το άγνωστο, στο χωράφι της ψυχής σου, βλασταίνει, φυτρώνει το ποίημα κι ίσως ενηλικιωθεί.
Κι αναρωτιέμαι: η φύση είναι άραγε ο αρωγός της ποίησης ή η ποίηση της φύσης;». Αν όμως η φύση είναι αέναος τροφός της ποίησης∙ αν η τελετουργική επανάληψη των διαφορετικών εκδοχών-εποχών της συνέχει το αδιάσπαστο και ενιαίο πρόσωπό της, με τον έρωτα τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά∙ η φύση δρα και λειτουργεί και ερήμην του ανθρώπου, ενώ ο έρωτας τον προϋποθέτει ως πρώτη ύλη του θαύματος της ζωής: ως προϋπόθεση και ως αναλώσιμο υλικό του.
Η ποιήτρια πέθανε στις 20 Ιανουαρίου, στο σπίτι της στην Αίγινα, σε ηλικία 81 ετών. Το σύνολο του έργου της κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Τελευταίο της βιβλίο είναι η ποιητική συλλογή «Με άλλο βλέμμα» (Καστανιώτης, 2018). Πολλές σπουδαίες μεταφράσεις της κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Αγρα
