«ΜΠΟΪ ΔΥΟ ΠΗΧΕΣ,/ κόψη κακή,/ γένια με τρίχες εδώ κι εκεί./ Κούτελο θείο,/ λίγο πλατύ,/ τρανό σημείο/ του ποιητή…». Κάπως έτσι σκιαγραφεί τον εαυτό του αυτοσαρκαζόμενος ο Γεώργιος Σουρής, που γεννιέται τέτοιες μέρες το 1853 στην Ερμούπολη της Σύρας. Εκδίδει επί τριάντα πέντε συναπτά έτη το σατιρικό φύλλο «Ο Ρωμηός», το οποίο γράφει μονάχος με μέτρα και ρίμες, ώς και τις μικρές αγγελίες. Διακωμώδησε τον κακό μας τον καιρό και δυστυχώς εκατό τόσα χρόνια αργότερα παραμένει τραγικά επίκαιρος. Ιδού μια μικρή πικρή γεύση:
ΟΙ ΦΟΡΟΙ Βάλετε φόρους, βάλετε εις την πτωχήν μας ράχη,/ ποτίστε με το αίμα μας την άρρωστη πατρίδα/ σεις το κρασί και τον καπνό που πίνετε μονάχοι/ κι εμείς να σας κοιτάζομε με μάτι σαν γαρίδα./ Βαριά φορολογήσετε και το νερό που τρέχει/ βάλετε φόρους, βάλετε, η πλάτη μας αντέχει.// Ο,τι καλό κι αν έχουμε επάνω σας ας μείνει/ στα πρόσωπά μας ας χυθεί του μαρασμού το χρώμα/ μ’ εμάς το ισοζύγιο του έθνους μας ας γίνει/ φορολογήστε και αυτή τη σάρκα μας ακόμα./ Του σώματός μας κόβετε καμιά παχιά λωρίδα/ και τρώγετέ την λαίμαργα μαζί με την πατρίδα.// Ο,τι κι αν τρώγουν οι πτωχοί το έθνος ας τα τρώγει/ ό,τι κι αν πίνουν οι πτωχοί το έθνος ας τα πίνει/ χορταίνετε σαν Λούκουλοι μ’ εμάς το σκυλολόγι/ κι εμείς θα σας γνωρίζουμε γι’ αυτό ευγνωμοσύνη.// Τέτοιοι χωριάτες που ’μαστε αντέχουμε εις όλα/ και ούτε τόσον εύκολα τινάζουμε τα κώλα.// Πρέπει να είναι οι πολλοί πτωχοί και πεινασμένοι/ και οι ολίγοι πάντοτε να βρίσκονται χορτάτοι/ πρέπει να στέκουν οι πολλοί στα σπίτια των κλεισμένοι/ και οι ολίγοι να πηδούν επάνω στο παλάτι./ Πρέπει ο κόσμος ο πολύς να δέχεται τα βάρη/ κι ο λιγοστός επάνω του κανένα να μην πάρει.// […] Λοιπόν κανένας πρόστυχος κεφάλι μη σηκώσει/ για τόσα νομοσχέδια μη βγάλει τσιμουδιά/ εις της πατρίδας τον βωμόν το αίμα του ας δώσει/ χωρίς ν’ αφήσει στεναγμόν η μαύρη του καρδιά./ Κι αν τώρα πάλι έπεσεν επάνω του ο κλήρος/ πρέπει και πάλι να φανεί γενναίος, μάρτυς, ήρως.
ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΣΟΥ ΕΛΛΑΣ […] Σπαθί αντίληψη, μυαλό ξεφτέρι,/ κάτι μισόμαθε κι όλα τα ξέρει./ Κι από προσπάππου κι από παππού/ συγχρόνως μπούφος και αλεπού.// Θέλει ακόμα –κι αυτό είναι ωραίο–/ να παριστάνει τον Ευρωπαίο./ Στα δυο φορώντας τα πόδια που ’χει/ στο ’να λουστρίνι, στ’ άλλο τσαρούχι.// Σουλούπι, μπόι, μικρομεσαίο,/ ύφος του γόη, ψευτομοιραίο./ Λίγο κατσούφης, λίγο γκρινιάρης,/ λίγο μαγκούφης, λίγο μουρντάρης.// Και ψωμοτύρι και για καφέ/ το «δε βαριέσαι» κι «ωχ αδερφέ»./ Ωσάν πολίτης, σκυφτός ραγιάς/ σαν πιάσει πόστο: δερβεναγάς.// Δυστυχία σου, Ελλάς,/ με τα τέκνα που γεννάς!/ Ω Ελλάς, ηρώων χώρα,/ τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα;
