ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν το περίμεναν, η αλήθεια είναι, πολλοί… Στην πρώτη της σκηνοθετική απόπειρα -και με την πρώτη κιόλας…- η Σμαράγδα Καρύδη πετυχαίνει κάτι μεγαλύτερο από να ανεβάσει ένα παλιό ελληνικό έργο. Αποδεικνύεται ικανή να το εμψυχώσει. Να του δώσει ζωή και νεύρο, αίμα και πνεύμα, να του επιτρέψει να νομοθετήσει ξανά επί σκηνής. Και το κάνει αυτό συνεχίζοντας μια μεγάλη παράδοση: την παράδοση των θιασαρχών-σκηνοθετών στο ελληνικό θέατρο.

Γιατί, ας μη γελιόμαστε, το πιο ζωντανό (σύμφωνοι, και το πιο ελαφρύ) κομμάτι του ελληνικού θεάτρου, οι κώδικες, το μέτρο και η γητειά του, από αυτούς προέρχεται. Με αυτούς το κωμειδύλλιο και το δραματικό ειδύλλιο, η επιθεώρηση και η ηθογραφία, η φαρσοκωμωδία και το μπουλβάρ παρέδωσαν εν τέλει στην ιθαγένεια του ελληνικού θεάτρου περισσότερα από όλα τα άλλα περισπούδαστα πονήματα διανοουμένων μαζί.

«Του Κουτρούλη ο γάμος» – Νέο Θέατρο Βασιλάκου

Η Σμαράγδα Καρύδη δεν έγινε «σκηνοθέτρια» σε μια μέρα, όσο και αν έτσι σήμερα προβάλλεται. Το κριτήριό της σμιλεύτηκε με τα χρόνια πάνω στα «πατήματα» της σκηνής, η αίσθηση του μέτρου της καθορίστηκε από τον αντίλαλο του κοινού στις γεμάτες πλατείες θεάτρου.

Και να που με αυτά βλέπουμε στο Βασιλάκου σήμερα έναν Κουτρούλη ζωντανό, σε ρέουσα καθαρεύουσα, να μιλιέται και να γεννά γέλιο. Βλέπουμε ηθοποιούς να γλεντούν επιτέλους σε μια παράσταση και να μεταφέρουν το γλέντι τους στο κοινό. Κι αυτά με τι παρακαλώ; Με τον «Κουτρούλη» του 1845, έργο με το οποίο γλέντησαν οι προ-προ-παππούδες όσων νεαρών είδα να γεμίζουν το Βασιλάκου.

Χρειάζεται βέβαια και κάποια ενημέρωση για τα θέματα που το έργο (σάτιρα και κωμωδία μαζί, ηθική και πολιτική στηλίτευση της εποχής) κατ’ ανάγκην κουβαλά εντός των νευρώνων του. Τον ρόλο αυτό αναλαμβάνει ο Χορός του Ραγκαβή που στη δραματουργική διασκευή της ίδιας της Καρύδη θα μας ενημερώσει (χαριτωμένα και δίχως ίχνος διδακτισμού) για το «ιστορικό πλαίσιο». Και τι να θυμίζει αυτό… Αυτό το σινάφι έχει κάτι από την μπάντα των τρελών, ένα μεσαιωνικό δρώμενο από περιφερόμενους τροβαδούρους που λειτουργούν εμβόλιμα στο έργο με τη δική τους αυτόνομη ελαφράδα.

Και μετά ξεκινάει το κυρίως έργο… Εδώ δεν έχουμε τίποτα λιγότερο, παρά ηθοποιούς. Ηθοποιούς που μπορούν να εγκαθιδρύσουν τη βασιλεία τους ώστε να υπάρξουν διπλά: σαν πλάσματα του θεάτρου, τύποι των μακρινών εκείνων ιταλικών προγόνων της κομέντια. Μα και σαν πρόσωπα μολιερικά, παναπεί πρόσωπα που πίσω από τη μάσκα αναπνέουν το χνότο αληθινού ανθρώπου. Με τα πρώτα διασκεδάζεις διαολεμένα – θα υπάρχει πάντα κάτι δαιμονικό στον Αρλεκίνο. Με τα δεύτερα γειώνεσαι στην εποχή και σκέφτεσαι ότι τα πράγματα σοβαρεύουν ακόμα κι εντός αυτού του πανηγυριού – ό,τι αρχίζει με γέλιο, τελειώνει με το χαμόγελο μιας πολύ μελαγχολικής διαπίστωσης.

Μα όχι, ας μη σοβαρευτούμε από τώρα! Εδώ έχουμε τη Σμαράγδα Καρύδη να ερμηνεύει με μπρίο την Ανθούσα, τη ματαιόδοξη δεσποινίδα της εποχής, με τα μυαλά πάνω από το κεφάλι, γαλουχημένη ασφαλώς με τα γαλλικά αναγνώσματα. Ακρως επιτυχημένη η φιγούρα της… Μα μόνο «φιγούρα»; Στα παραπάνω προσθέστε την προσωπική νότα που δίνει η Καρύδη στον ρόλο. Είναι η εσωτερική (μολιερική κι αυτή) δύναμη της Ανθούσας που δεν μένει μόνο σε νάζια, μα φανερώνει δύναμη επιβολής, εξυπνάδα, με δυο λόγια «προσωπικότητα», τέτοια και τόση ώστε νομίζεις πως ο γύρω της αντρικός κόσμος τη στενεύει. Μια γυναίκα με τόσα χαρίσματα ξοδεμένα στη μόνη διέξοδο που ανοίγεται γι’ αυτήν τότε: έναν καλό γάμο.

Και από την άλλη ο φοβερός και τρομερός Κουτρούλης του Νίκου Κουρή. Που μπαίνει ως ιδιώτης στον χώρο, μύωψ από τη βελόνα του ράπτη και επί της κεφαλής ελλιπέστατος από τα χρόνια. Το ξέρω, φλέγεται από κάτι σχηματικό κι αυτός: τον πολυπλάνταχτο έρωτα των γαλλικών ρομάντζων της εποχής, τα οποία και παρωδεί. Μα ας κρατήσουμε στην καρδιά μας συμπάθεια και γι’ αυτόν. Η φλόγα του τού χαρίζει όχι μόνο κίνητρο, μα και ανθρωπιά. Και η σκληρή δοκιμασία που του βάζει η αγαπημένη του, θα αποδείξει πως ο έρωτάς του όλα μπορεί να τα επιτύχει. Ακόμα και να μετατρέψει έναν ράπτη σε κατά φαντασίαν υπουργό!

Δεν έχω καμιά αμφιβολία πως εδώ χρειάζεται και κάτι άλλο από το περίσσιο τάλαντο του Κουρή. Νομίζω πως η επιτυχία του ξεκινάει από τον δικό του ενθουσιασμό, που ξεχύνεται προς το κοινό. Ο Κουρής τιμήθηκε με πολλούς «σοβαρούς» ρόλους στη μέχρι τώρα καριέρα του. Ας είναι. Αυτός ο Κουτρούλης του αναμφισβήτητα θα μείνει στη μνήμη. Οχι μόνο στην ελαφράδα, αλλά και όπως τον βλέπουμε να σηκώνει σταδιακά το βάρος της πολιτικής σάτιρας.

Είναι, βέβαια, κι αυτός ο Κουτρούλης του Ραγκαβή. Αιχμηρή σάτιρα της πολιτικής κουλτούρας της νεόκοπης χώρας, με τους ετερόκλητους σωτήρες, τους πρόθυμους προστάτες, τους ετερόγλωσσους βασιλείς και τη διαρκώς ανάπηρη δημοκρατία. Και από κάτω τον λαό σε ρόλους εναλλάξ θύτη και θύματος, έτοιμο να σύρει μαχαίρα για κάθε πολιτική αφορμή. Αυτά έκαναν τον «Κουτρούλη» να ανεβεί στη σκηνή πρώτη φορά 25 χρόνια μετά, το 1870, όταν πια το ύψος του ονόματός του έμοιαζε μεγαλύτερο από το μπόι της λογοκρισίας.

Και βέβαια είναι λυπηρό να βλέπει κανείς πως πολλά δεν άλλαξαν από τότε. Πίσω από το πέπλο της εποχής, η δομή και ο τρόπος της πολιτείας μας παραμένουν πάνω-κάτω τα ίδια. Δεν είναι λοιπόν πως δεν γνωρίζουμε τα κακώς κείμενα. Είναι που τα ανεχόμαστε επί δεκαετίες και αιώνες. Τα στηλιτεύουμε, γελάμε μαζί τους και μετά, καθώς βλέπουμε κάπου εκεί τον εαυτό μας, επιστρέφουμε αμίλητοι πίσω, στα σπίτια μας.

Είναι ευφυέστατα τα σκηνικά του Γιώργου Γαβαλά. Κατορθώνουν να σηκώνουν κάθε ηθογραφική άγκυρα από το έργο. Η τόλμη του βρίσκεται όμως πως στη θέση τους βάζουν το περιβάλλον ενός νυχτερινού μαγαζιού και μάλιστα… αμφίβολης αισθητικής. Με άλλα λόγια, είναι σαν ο κόσμος του Κουτρούλη να περικλείει τη μελλοντική πολιτισμική έκπτωση. Κι όπως ταυτόχρονα αυτό τον απελευθερώνει από τον κάθε ρεαλισμό, τον αφήνει ελεύθερο να αναπνεύσει τον ελαφρύ αέρα της σάτιρας. Από κοντά τα κοστούμια του Νίκου Χαρλαύτη: ευρωπαϊκά κι αυτά, μα με τη φούντα του τσαρουχιού να προεξέχει, έτσι, για να μη λησμονούμε τις ρίζες μας.

Η μουσική στον «Κουτρούλη» δεν είναι απλά συνοδευτική. Αποτελεί μέρος του είδους που προαναγγέλλει το κωμειδύλλιο και την επιθεώρηση. Ο Μίνως Μάτσας έχει γράψει ωραιότατη μουσική και μένει στον νου συνοδευμένη από τους στίχους της Σοφίας Καψούρου. Το ότι ανέλαβε ξεχωριστά τη στιχουργία αυτή η νέα ταλαντούχα συγγραφέας είναι η λεπτομέρεια που φανερώνει την ποιότητα της όλης παραγωγής.

Παρασυρμένοι από το πανηγύρι οι ηθοποιοί συμμετέχουν με το ταλέντο και την καρδιά τους στους μικρότερους ρόλους ή ως μέλη του Χορού: Κώστας Κορωναίος, Ευγενία Σαμαρά, Σπύρος Χατζηαγγελάκης, Γιώργος Ψυχογιός, Βασίλης Παπαγεωργίου, Αλέξανδρος Τσώτσης, Γιώργος Σουλεϊμάν, Τάσος Ροδοβίτης, Αντώνης Κυριακάκης, Οδυσσέας Κωνσταντόπουλος.

Μιλάμε για μεγάλο γλέντι. Κανονικά, κι αν μας έχει απομείνει διόλου μνήμη άλλη πέρα από τη βραχεία, πρέπει να συγκρατήσουμε αυτή την παράσταση.