Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια απροσδόκητη νομοθετική πρωτοβουλία της κυβέρνησης έχει διχάσει τις δικαστικές ενώσεις και ευρύτερα τη Δικαιοσύνη. Με τροπολογία που ψηφίστηκε πριν λίγες μέρες, 86 οργανικές θέσεις εφετών μετατρέπονται σε θέσεις προέδρων εφετών (άρθρο 38 του ν. 4640/2019). Η ρύθμιση φυσικά κάποιους ευνοεί και κάποιους θίγει. Το πρόβλημα όμως δεν είναι αυτό. Το πρόβλημα είναι ότι, έτσι όπως νομοθετήθηκε, η ρύθμιση θέτει δύο εμφανή, όσο και σοβαρά, ζητήματα.

Το πρώτο ζήτημα είναι η ανεξήγητη απόκλιση ανάμεσα στο κείμενο της τροπολογίας που ψηφίστηκε και κατέστη διάταξη νόμου και στην ατιολογική της έκθεση. Η διάταξη λέει απλώς ότι οι οργανικές θέσεις προέδρων εφετών αυξάνονται κατά 86, με ισάριθμη μείωση των θέσεων εφετών. Σύμφωνα με τον Κώδικα Οργάνωσης των Δικαστηρίων, οι θέσεις δικαστικών λειτουργών καθορίζονται με νόμο και στη συνέχεια κατανέμονται στα δικαστήρια με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από γνώμη των οργάνων διοίκησης της Δικαιοσύνης. Παραδόξως, στην αιτιολογική έκθεση της τροπολογίας προβλέπεται ήδη αυτή η κατανομή: 66 θέσεις στο Εφετείο της Αθήνας, 13 της Θεσσαλονίκης και επτά του Πειραιά. Όμως τέτοια κατανομή δεν προβλέφθηκε στον ψηφισμένο νόμο. Επομένως δεν ισχύει. Για την κατανομή των θέσεων στα επιμέρους εφετεία θα πρέπει οπωσδήποτε να εκδοθεί διάταγμα.

Το δεύτερο ζήτημα είναι ότι η μετατροπή των θέσεων νομοθετήθηκε χωρίς να ζητηθεί προηγουμένως η γνώμη των οργάνων διοίκησης της Δικαιοσύνης. Βεβαίως, ο νομοθέτης έχει πλήρη νομοθετική εξουσία ακόμα και για θέματα Δικαιοσύνης. Όμως έχει διαμορφωθεί η πρακτική να ζητείται η γνώμη της Δικαιοσύνης όταν πρόκειται να νομοθετηθούν μείζονες μεταβολές στην οργάνωσή της. Η πρακτική αυτή αποτελεί απόρροια της συνταγματικής αρχής της δικαστικής ανεξαρτησίας. Η οργανωτική αναδιάρθρωση της Δικαιοσύνης ενδέχεται να υποκρύπτει παρέμβαση της πολιτικής εξουσίας στη δικαστική. Μια αποτελεσματική εγγύηση για να αποτραπεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι να δίνεται στη Δικαιοσύνη η δυνατότητα να εκφέρει τη γνώμη της πριν από κάθε σημαντική οργανωτική μεταβολή.

Εν προκειμένω, μια τόσο μεγάλης έκτασης οργανωτική μεταβολή θα έπρεπε να είχε τεθεί υπόψη της Δικαιοσύνης πριν νομοθετηθεί. Δύο ιδίως στοιχεία καθιστούν προφανή τη μείζονα σημασία της μετατροπής των θέσεων. Πρώτον, πριν τη μετατροπή η αναλογία εφετών προς προέδρους εφετών στα εφετεία της χώρας ήταν 460 προς 115, δηλαδή πέντε εφέτες για κάθε πρόεδρο. Μετά τη μετατροπή, η αναλογία καθίσταται 374 προς 201, δηλαδή περίπου 1,8 εφέτες για κάθε πρόεδρο. Αυτό συνιστά μια προφανή μείζονα μεταλλαγή στη λειτουργία των εφετείων της χώρας. Δεύτερον, μετά τη θέσπιση των δύο νέων ποινικών κωδίκων τον προηγούμενο Ιούνιο συστάθηκαν 85 νέες θέσεις δικαστικών λειτουργών, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ο αυξημένος φόρτος από την εισαγωγή των κωδίκων. Έρχεται τώρα ο νομοθέτης του ν. 4640/2019 και, κατ’ αποτέλεσμα, λέει ότι δεν χρειάζεται καμία αύξηση θέσεων, αλλά αρκεί η μετατροπή εφετών σε προέδρους εφετών. Δεν θα έπρεπε επ’ αυτής της τόσο μεγάλης ανατροπής (85 θέσεις δικαστικών λειτουργών λιγότερες) να έχει ζητηθεί η γνώμη της Δικαιοσύνης;

Φαίνεται λοιπόν πως η μείζων μεταβολή που επήλθε στην οργάνωση της Δικαιοσύνης με το άρθρο 38 του ν. 4640/2019 χωρίς να έχει προηγουμένως ακουστεί η ίδια η Δικαιοσύνη αντίκειται στη συνταγματική αρχή της δικαστικής ανεξαρτησίας.

*Επίκ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Α.Π.Θ.

Ολόκληρο το άρθρο με παρατηρήσεις (σημειολογικές, νομικές και συνταγματικές) επί του άρθρου 38 του ν. 4640/2019 για την αυξομείωση οργανικών θέσεων δικαστικών λειτουργικών, μπορείτε να το δείτε εδώ.