Την περασμένη Παρασκευή, μέρα της ψηφοφορίας αλλαγής του εκλογικού συστήματος, επέλεξε η κυβέρνηση να καταθέσει στη Βουλή το νομοσχέδιο της Πολιτικής Προστασίας, νωρίτερα από την αναμενόμενη ημερομηνία.
Ενα νομοσχέδιο που ακόμη και οι ειδικοί χαρακτηρίζουν ως «συνονθύλευμα συρραφής διατάξεων» του οποίου τα άρθρα, όπως επισημαίνουν συνδικαλιστές της Πυροσβεστικής, δημιουργούν έναν «τεράστιο γραφειοκρατικό Μηχανισμό Διαχείρισης Κρίσεων» που «όχι μόνο δεν θα λύσει κανένα πρόβλημα, αλλά θα δημιουργήσει πρόσθετα μεγάλα προβλήματα» (βλ. «Εφ.Συν.», 17/01/2020, «Κινδυνεύει ο μηχανισμός διαχείρισης κρίσεων»).
Σε αυτό, μάλιστα, το συνονθύλευμα το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη πρόσθεσε ακόμα δύο άρθρα, εκ των οποίων μόνο το ένα μπορεί να ενταχθεί στην ευρύτερη σφαίρα των αρμοδιοτήτων του, αφού επεκτείνει τη δικαιοδοσία του Συνηγόρου του Πολίτη στη διερεύνηση περιστατικών αστυνομικής αυθαιρεσίας. Το άλλο δεν έχει καμία σχέση μαζί του, αφού αφορά νόμο του υπουργείου Υγείας και με αυτό (άρθρο 189) δίνεται η δυνατότητα στους δήμους, εκτός από τους Χώρους Εποπτευόμενης Χρήσης (ΧΕΧ) από τοξικοεξαρτημένους, να διαθέτουν για τους χρήστες και κινητές μονάδες! Κανένα όμως από αυτά δεν αναφέρεται στην Αιτιολογική Εκθεση του νομοσχεδίου με το οποίο, σύμφωνα με τους συντάκτες του, επιχειρείται «ο εκσυγχρονισμός του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου» της Πολιτικής Προστασίας.
Στο νομοσχέδιο προβλέπεται η σύσταση Εθνικής Σχολής Διαχείρισης Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων, Εθνικού Μηχανισμού Διαχείρισης Κρίσεων και Εθνικής Βάσης Δεδομένων Κινδύνων και Απειλών. Ξενίζει ότι προβλέπεται η δυνατότητα στην Πολιτική Προστασία της διαγραφής εθελοντικών οργανώσεων και ότι το νομοσχέδιο ορίζει για τους εθελοντές πως χρειάζονται «εκπαίδευση και πιστοποίηση από τη Σχολή Εθελοντών» της Ακαδημίας Πολιτικής Προστασίας, που επίσης ιδρύεται, αλλά τέλος πάντων τα ανωτέρω είναι στην αρμοδιότητα της Γενικής Γραμματείας.
Εκείνο όμως που εκπλήσσει δυσάρεστα είναι η θεσμοθέτηση των παρεκκλίσεων από τους περιβαλλοντικούς νόμους από την Επιτροπή Εκτίμησης Κινδύνου. Συγκεκριμένα, στην Αιτιολογική Εκθεση αναφέρεται ότι το άρθρο 42 «αποβλέπει στον χαρακτηρισμό ως άμεσης υλοποίησης, κατά παρέκκλιση των ισχυουσών διατάξεων, συγκεκριμένων έργων προληπτικής φύσεως» και ότι «η παρέκκλιση από την προβλεπόμενη για την προστασία του περιβάλλοντος ταχεία διαδικασία έγκρισης περιβαλλοντικών όρων […] δεν μπορεί, εν προκειμένω, να θεωρηθεί ως ανεπίτρεπτη και αντιβαίνουσα στη συνταγματική προστασία του περιβάλλοντος, καθόσον πρόκειται για σημαντικά υποκείμενη της επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένης αρχής της προστασίας της ανθρώπινης ζωής από φυσικές και τεχνολογικές καταστροφές και λοιπές απειλές»!
Στον κατάλογο των δυσάρεστων εκπλήξεων προστίθεται ακόμη το άρθρο 54, που προβλέπει για τον γ.γ. Πολιτικής Προστασίας και το προσωπικό της Γραμματείας την άρση «των σχετικών οικονομικών περιορισμών, όταν επιχειρησιακές ανάγκες το απαιτούν», αποσκοπώντας «στην παροχή ευελιξίας» στις μετακινήσεις τους για την αποτελεσματικότερη εκπλήρωση του έργου τους!
Σφίξιμο στο στομάχι, τέλος, προκαλεί και η δημιουργία μιας μικρής… ΕΥΠ στην Πολιτική Προστασία, με το άρθρο 53 να προβλέπει «εγγραφή ειδικής πίστωσης απόρρητων εθνικών αναγκών στον προϋπολογισμό της Γ.Γ.Π.Π., ύστερα από απόφαση του Γενικού Γραμματέα».
Εκπληκτοι, δε, διαβάζουμε στην Αιτιολογική Εκθεση: «Ο σκοπός της εν προκειμένω πρόβλεψης, στο πρότυπο αντίστοιχης του Υπουργείου Εξωτερικών, έγκειται στη διασφάλιση της απρόσκοπτης λειτουργικότητας της Γ.Γ.Π.Π. έναντι απειλών που δύνανται να θέσουν σε κίνδυνο ζητήματα, αξίες και δικαιώματα συνταγματικά κατοχυρωμένα, όπως η προάσπιση της ζωής, περιουσίας των πολιτών και διαφύλαξης του φυσικού περιβάλλοντος, η προάσπιση των οποίων ανάγεται στο επίπεδο διασφάλισης των εθνικών συμφερόντων»!
Η συγκεκριμένη πρόβλεψη προκάλεσε την αντίδραση του πρώην υπαρχηγού της Πυροσβεστικής, Ανδριανού Γκουρμπάτση, στον οποίο απευθύνθηκε η «Εφ.Συν.» προκειμένου να εκφράσει τις παρατηρήσεις του επί του νομοσχεδίου.
«Σε όλο αυτό το νομοθετικό μόρφωμα -που το αποκαλούν στην Αιτιολογική Εκθεση “σύγχρονο”- πρόσθεσαν αδικαιολόγητα υπέρμετρες αρμοδιότητες κι εξουσίες του γενικού γραμματέα Π.Π. (γίνεται υπερυπουργός) και αδιαφανείς διαδικασίες, λ.χ. απόρρητες δαπάνες, εμπλουτισμένο με πολλές άλλες διατάξεις που εξυπηρετούν πληθώρα σκοπιμοτήτων και ρουσφετολογικές εξυπηρετήσεις, έτσι ώστε να βολευτούν με αναξιοκρατικά κριτήρια οι ημέτεροι και αρεστοί και όχι οι άριστοι», αναφέρει ο απόστρατος αντιστράτηγος και προσθέτει: «Τελικό αποτέλεσμα είναι η σύσταση ενός εξόχως δαιδαλώδους, πολύ δυσκίνητου και γραφειοκρατικού και ιδιαίτερα πολυδάπανου Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας, που στην πράξη δεν θα μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά».
Επισημαίνει ακόμη ότι «διαλύεται η μέχρι σήμερα αυτονομία της Πυροσβεστικής», ότι «δεν θεραπεύονται οι σπουδαιότερες παθογένειες και δυσλειτουργίες του παρελθόντος», παραμένει «η έλλειψη συντονισμού των εμπλεκομένων δυνάμεων», καθώς «έχει θεσμοθετηθεί ένα μονοπρόσωπο -και όχι συλλογικό- όργανο», ότι εξακολουθεί «η ανυπαρξία ενός αυτόνομου και αυτοτελούς Εθνικού Επιχειρησιακού Κέντρου Π.Π. στελεχωμένου με προσωπικό από όλες τις δυνάμεις πολιτικής προστασίας» και πως υφίσταται «ανυπαρξία διάταξης που θα προβλέπει ρητά τις κυρώσεις όσων οργάνων δεν εφαρμόζουν τις προβλεπόμενες από τον νόμο για καθένα από αυτά αρμοδιότητες».
Χαρακτηρίζει ως «πρωτόγνωρες» τις νομοθετικές εξουσιοδοτήσεις που δίνει το νομοσχέδιο και καυτηριάζει την κατάχρηση «του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος να μεταβιβάζει η Βουλή σε άλλα όργανα της Διοίκησης, λ.χ. υπουργό, γενικό γραμματέα Π.Π., να νομοθετεί», ενώ εκτιμά πως ορισμένες κανονιστικές πράξεις «είναι αμφιβόλου συνταγματικότητας»!
Συνοψίζοντας, δε, καταλήγει: «Κατόπιν των ανωτέρω παθογενειών, δυσλειτουργιών και προβλημάτων που ανακύπτουν από την εφαρμογή των διατάξεων του σχεδίου νόμου, πιστεύω ότι η αναποτελεσματικότητα του Εθνικού Μηχανισμού Διαχείρισης Κρίσεων και Εκτάκτων Αναγκών είναι προδιαγεγραμμένη και η αποτυχία του δεδομένη».
