Τις προάλλες ακούσαμε στο Μέγαρο Μουσικής τον αριστουργηματικό «Μαινόμενο Ορλάνδο» (1727) του Βιβάλντι (1/12/2019). Το σύνολο Οι Μουσικοί της Καμεράτας – Ορχήστρας των Φίλων της Μουσικής και τους επτά μονωδούς διηύθυνε ο Γιώργος Πέτρου (12/12/2019).
Τραγούδησαν ο Αμερικανός κόντρα τενόρος Νίκολας Ταμάνια (Ορλάνδο), η μεσόφωνος Μαίρη-Ελεν Νέζη (Αλτσίνα), η υψίφωνος Μυρσίνη Μαργαρίτη (Αντζέλικα), η Κροάτισσα μεσόφωνος Σόνια Ρούνιε (Μπρανταμάντε), ο Κορεάτης κόντρα τενόρος Ντέιβιντ Ντονγκ Κιου Λι (Ρουτζέρο), η μεσόφωνος Μαρίτα Παπαρίζου (Μεντόρο) και ο μπασοβαρύτονος Μάριoς Σαραντίδης (Αστόλφο).
Νωρίτερα φέτος, το υπερδραστήριο δίδυμο Καμεράτα (διεθνώς ως «Armonia Atenea») και Πέτρου παρουσίασαν την ίδια όπερα στη Βιέννη (Μάρτιος) και στη Μόσχα (Δεκέμβριος) με διανομές αποκλειστικά από κορυφαίους μπαροκίστες τραγουδιστές όπως ο Κροάτης Μαξ Εμάνουελ Τσέντσιτς (Ορλάνδος), η Ρωσίδα Γιούλια Λέζνεβα (Αντζέλικα), η Ρουμάνα Ροξάνα Ντονόζε (Αλτσίνα), η μεσόφωνος Σόνια Ρούνγιε (Μπρανταμάντε), ο Κορεάτης Ντέιβιντ Ντονγκ Κιου Λι (Ρουτζέρο) κ.ά.
Η μοναδική φορά που είχε παρουσιαστεί ο «Μαινόμενος Ορλάνδος» στην Ελλάδα ήταν στην ΕΛΣ, σε σκηνοθεσία της Μαρίας Γυπαράκη και μουσική διεύθυνση Βασίλη Χριστόπουλου, με αποκλειστικά Ελληνες τραγουδιστές (2002/03).
Για ευνόητους οικονομικούς λόγους, η παρούσα παρουσίαση έγινε συναυλιακά, στερώντας το ακροατήριο από την εκ των ων ουκ άνευ μαγεία της σκηνικής διάστασης που, ειδικά στην όπερα του μπαρόκ, στηρίζει αναντικατάστατα την πρόσληψη μέσω της φαντασμαγορίας και, βέβαια, διευκολύνει την αντίληψη της τυπικά περίπλοκης υπόθεσης. Μοιραία, η τρίωρης διάρκειας παρουσίαση απευθύνθηκε κυρίως στους μετρημένους φανατικούς του μπαρόκ…
Μουσικά η παρουσίαση υπήρξε ασυζητητί ευπρόσδεκτη και γενικώς απολαυστική παρ’ ότι φωνητικά σαφώς κάπως άνιση. Ξεκίνησε με τον περίφημο κύκλο παραλλαγών «La follia» του Βιβάλντι που παίχτηκε ως εισαγωγή με τη δέουσα αιχμηρότητα και ζέση, με μουσική ροή παλλόμενη από ορμή, γεμάτη ερεθιστικές μεταπτώσεις και -όπως πάντα- τελειοθηρικά πλασμένη συνεισφορά από τον εξάρχοντα βιολιστή Σέρτζιου Ναστάσα.
Η διανομή ακολούθησε τις παγιωμένες συμβάσεις της ιστορικής ερμηνευτικής, που κατανέμει τις παρτιτούρες των καστράτων είτε σε γυναίκες είτε σε κόντρα τενόρους, δηλαδή στο σημερινό (συμβιβαστικό) τους αντίστοιχο.
Ετσι τους απαιτητικούς πρωταγωνιστικούς ανδρικούς ρόλους τραγούδησαν οι ακμαίοι Ταμάνια και Λι. Αμφότεροι αξιοποίησαν αφειδώλευτα και με καλή τεχνική τις υγιείς, καλογυμνασμένες φωνές τους (και με ωραίες χαμηλές νότες!), προσφέροντας ερμηνείες στιλιζαρισμένα θεατρικές και εκφραστικά αμφίφυλες, φορτισμένες με πάθος, διαπλασμένες με υψηλή μουσική ευαισθησία και ακρίβεια.
Τον ρόλο της Αλτσίνας απέδωσε ωραία, με μουσικότητα και ευγενές πάθος η έμπειρη Νέζη, χαρίζοντας στον ρόλο της ανδροφάγου μάγισσας το βάρος και την εκφραστική οξύτητα της πικραμένης γυναίκας που αντιλαμβάνεται ότι η ακατανίκητη σαγήνη της στους άνδρες φθίνει… Παρ’ ότι μας ενημέρωσαν ότι ήταν ασθενής, η Μαργαρίτη τραγούδησε τον ρόλο της Αντζέλικα με μοναδική γλυκύτητα και ελαφράδα, δίχως ενοχλητικές εκπτώσεις.
Ως Μπρανταμάντε η Ρούνγιε διέθετε άρτια τεχνική, αβίαστη δεξιοτεχνία, ενδιαφέρον μεταλλικό ηχόχρωμα και το αθλητικό -λέγε μαχητικό/διεκδικητικό!- σφρίγος που απαιτεί ο ρόλος˙ ωστόσο το τραγούδι της ήχησε κάπως τραχύ. Πρωταγωνίστρια ως Ορλάνδος στην παράσταση της ΕΛΣ πριν 16 χρόνια, η μεσόφωνος Παπαρίζου υπήρξε απλώς αξιοπρεπής.
Ο Πέτρου διηύθυνε με το γνωστό ανήμερο σφρίγος, συντηρώντας πάντα ζωντανό τον ωστικό παλμό της μουσικής, ενίοτε «μαστιγώνοντας» την ορχήστρα, υποστηρίζοντας τους τραγουδιστές, φροντίζοντας άγρυπνα κάθε λεπτομέρεια.
Επειδή η Ελλάδα, λόγω της Τουρκοκρατίας, δεν συμμετείχε στο οργασμικό μουσικό γίγνεσθαι της εποχής του μπαρόκ που καθόρισε τη μετέπειτα μουσική ζωή της Δύσης η μεταεπαναστατική μουσική ζωή αναπτύχθηκε σε διαφορετικό έδαφος, δίχως το βάθος αναφορών που διαθέτει η Ευρώπη.
Παρά, λοιπόν, το ιστορικό βάρος του μπαρόκ γενικά στον ευρωπαϊκό πολιτισμό και παρ’ ότι η όπερά του κράτησε ζωντανή την ανάμνηση της (αρχαίας) Ελλάδας στους Ευρωπαίους έως τον 19ο αιώνα, η πρόσληψή του και η παρουσία του στη δική μας μουσική ζωή παραμένουν ισχνές, αποσπασματικές και ανεκσυγχρόνιστες.
Ουδείς εγχώριος θεσμός –ΕΛΣ, ΜΜΑ, Φεστιβάλ Αθηνών- επένδυσε συστηματικά σε αυτό, ενώ, με εξαίρεση την πολύπαθη Καμεράτα, μακρόβια σύνολα ικανά και πρόθυμα να ερμηνεύσουν το σχετικό ορχηστρικό ρεπερτόριο δεν αναδύθηκαν στην Ελλάδα. Συνεπώς ας είμαστε ευγνώμονες: κάθε παρουσίαση όπερας μπαρόκ στην Αθήνα μόνον ως κέρδος μπορεί να λογιστεί!
