Ξεψυχούσε το φθινόπωρο, χειμώνιαζε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 στη Νεάπολη Λακωνίας, ο παγωμένος βοριάς σφύριζε θανατικό. Οι τράτες έριχναν τα δίχτυα τους στον όρμο των Βατίκων, ψάρευαν τη νόστιμη μαύρη μαρίδα της Νεάπολης. Πανηγύρι των γλάρων πάνω από τα καΐκια, γιορτή της φτωχολογιάς στη σκάλα της Νεάπολης, βοηθούσαν στο κατέβασμα των τελάρων και γέμιζαν τα κοφινάκια τους μαριδάκι.
Οι αγωγιάτες με τ’ άλογα μετέφεραν τη μαρίδα στο εσωτερικό της Λακωνίας. Οι παλιότεροι έφταναν μέχρι Σκάλα, Γεράκι και Κοσμά, 250-300 χιλιόμετρα μέσα στις καταιγίδες, οι νεότεροι έως Μολάους, 120 χιλιόμετρα από τον δημόσιο δρόμο. Ο Κουμής πετάλωνε το άλογό του στη λάκα της Νεάπολης για τις μεγάλες πορείες. Το έβαζε και κάλπαζε, ανέμιζε η ακούρευτη χαίτη του στον αέρα, την έπιανε στο ανέμισμα, έδινε ένα σάλτο και πηδούσε στο σαμάρι.
Το άλογο ευχαριστιόταν τη διαδικασία και χλιμιντρούσε ευχαριστημένο. Φόρτωνε δύο τελάρα των ογδόντα κιλών μαρίδα με πάγο από το παγοποιείο του Κοτσώνη ή του Μπιλλίνη και γραμμή για τα χωριά, φωνάζοντας ψάριααα, μέχρι να ξεπουλήσει στους Μολάους. Εβγαινε ο κόσμος από τα σπίτια με πιάτα, γαβάθες και τις γέμιζε μαριδάκι για να φάει η φαμίλια. Δεκάδες χιλιόμετρα με κρύο, θύελλες και χιόνια για την επιβίωση, μέσα στους βόγκους του μετεμφυλιακού κράτους.
Στην επιστροφή, έχοντας διανύσει πήγαινε-έλα γύρω στα διακόσια πενήντα χιλιόμετρα, έφτανε στην αυλή του σπιτιού, έβγαζε με τον κουβά από το πηγάδι παγωμένο νερό, το έριχνε στα πόδια του αλόγου, έβγαζαν ατμούς από την υπερθέρμανση. Του έδινε για επιβράβευση λουκούμι. Οι αστραπές αντίφεγγαν στον ιδρώτα του αλόγου φωτεινά ποιήματα. Η σχέση αλόγου-ανθρώπου ήταν συντροφική. Εφυγε για την Αυστραλία μετανάστης ο Κουμής, πούλησε το άλογο, γύρισε και αγόρασε καφενείο, στα μέσα του ’60.
Το καφενείο των φτωχών και των Ελλήνων μεταναστών που επέστρεφαν από τα ξένα. Γιορτές, ξεφαντώματα και λύπες της φτωχολογιάς, όλοι αντάμα, η άγραφη ιστορία. Μετά το 1990 έγινε το στέκι των ξένων μεταναστών. Η σύζυγός του Αγγελικό είχε καθημερινό τσουκάλι δωρεάν για μετανάστες. Εβαζαν διεύθυνση στις συναλλαγές τους με το Δημόσιο, με τους συγγενείς τους στα ξένα, «Καφενείο του Κουμή», και λάβαιναν τα γράμματα. Πάνω στους παλιούς καημούς της ξενιτιάς δένονταν οι νέοι, στο καφενείο των φτωχών, και τ’ άλογο καλπάζει ακόμα στο σύθαμπο του χρόνου.
