Το αποτέλεσμα από τις εκλογές της 10ης Νοεμβρίου, πέρα από τις επιπτώσεις στην κεντρική πολιτική στην Ισπανία, αναπόφευκτα φέρνει στο προσκήνιο νέα ένταση κι ανοίγει ξανά τον δρόμο για νέες εξελίξεις στο άλυτο, τόσο σε θεσμικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο πρόβλημα της Καταλονίας.
Οι κάλπες στην ηλεκτρισμένη αυτή περιοχή έβγαλαν σαφώς ενισχυμένη την πλευρά των αυτονομιστών (το 43% των ψήφων και 23 βουλευτές από τους 48 που εκλέγει η επαρχία, έναντι 40% των αντιπάλων τους). Μάλιστα το κεντροαριστερό ERC με τους 13 βουλευτές του (22,56% στην Καταλονία) είναι η τέταρτη δύναμη στο Κοινοβούλιο της Μαδρίτης μπροστά από τους Ciudadanos και αναδεικνύεται σε σημαντικό ρυθμιστικό παράγοντα σε όλες τις μετεκλογικές εξισώσεις που θα χρειαστεί να λύσει ο Σοσιαλιστής πρωθυπουργός Πέδρο Σάντσεθ, ακόμη κι εάν ορθοποδήσει η συμμαχία του με τους Podemos.
Ωστόσο, η συνεννόηση με την Καταλονία γίνεται διαρκώς όλο και πιο δύσκολη. Η ανακοίνωση της καταδίκης των 12 κρατούμενων πολιτικών ηλέκτρισε το κλίμα στην περιοχή τόσο πριν όσο και αμέσως μετά τις εκλογές – ήδη από την 11η Νοεμβρίου είχαμε κατάληψη του κεντρικού αυτοκινητόδρομου στο ύψος της Τζουνκέρα. Παράλληλα, η προσαγωγή σε δίκη και του νυν προέδρου, Κιμ Τόρα, για ανυπακοή επειδή δεν κατέβασε τα σύμβολα της ανεξαρτησίας, ενδέχεται να περιπλέξει ακόμη πιο πολύ την κατάσταση και να δυσχεράνει την όποια προσέγγιση.
Ομως πλέον, ο Σάντσεθ θα χρειαστεί να δείξει διαλλακτικότητα και να προσέλθει σε διάλογο με τους Καταλανούς και καθώς ο ίδιος δεν μπορεί για ευνόητους λόγους να προσπέσει στους αυτονομιστές, η συνεργασία με τους (προγραμματικά διαλεγόμενους με τη Βαρκελώνη) Podemos τον εξυπηρετεί.
Μάλιστα, το γεγονός ότι η ηγεμονία της αυτονομιστικής πρωτοβουλίας βρίσκεται πλέον στο στρατόπεδο των προοδευτικών και με δεδομένο ότι και οι τοπικοί Comu’ Podem (14,18% και 7 βουλευτές) ζητούν την απελευθέρωση των κρατούμενων Καταλανών πολιτικών και διάλογο με τη Μαδρίτη για μια νέα συμφωνία αυτοδιάθεσης της Καταλονίας, ενώ ταυτόχρονα το τοπικό Σοσιαλιστικό Κόμμα PSC είναι η δεύτερη δύναμη στην επαρχία (20,51% και 12 έδρες), αυξάνουν τις δυνατότητες να υπάρξουν γέφυρες για τη νέα προσπάθεια του Σάντσεθ να σχηματίσει κυβέρνηση με τη συνεργασία ή έστω την ανοχή των περιφερειακών αυτονομιστικών κομμάτων.
Μέχρι στιγμής βέβαια, το ERC αποκλείει δημοσίως ότι θα στηρίξει τον Σάντσεθ, όμως πολλά στελέχη του κατ’ ιδίαν δεν κρύβουν την αισιοδοξία τους για το γεγονός ότι ενδέχεται να σχηματιστεί μια προοδευτική κυβέρνηση στην Ισπανία, με τους Σοσιαλιστές του Σάντσεθ και τους Podemos. Και τούτο γιατί οι εκλογές άλλαξαν εν μέρει και τις μεταβλητές στο εσωτερικό της ίδιας της καταλανικής σκηνής, με γνώμονα τις εξελίξεις σε τοπικό και κεντρικό επίπεδο. Ιδιαίτερα, την όποια προσπάθεια συνεννόησης ενδέχεται να περιπλέξει η παγιωμένη ήδη διχόνοια στους κόλπους της αυτονομιστικής παράταξης – τόσο για τους σκοπούς και τους τρόπους όσο και για το ιδεολογικό περίβλημα της διαδικασίας για την ανεξαρτησία και κυρίως για την καθηγεμόνευσή της.
Η είσοδος στο Κοινοβούλιο της Μαδρίτης των αντικαπιταλιστών της CUP, με δύο βουλευτές, αποτυπώνει τη ριζοσπαστικοποίηση του αγώνα των Καταλανών για να πιέσουν προς την κατεύθυνση των πολιτικών δικαιωμάτων, με απώτερο στόχο την ανεξαρτησία. Μια ριζοσπαστικοποίηση που εκφράζεται στις ακραίες κινητοποιήσεις των κοινωνικών οργανώσεων, του Δημοκρατικού Τσουνάμι, που δεν συνάδουν με τον όποιο τακτικισμό των κομμάτων.
Το CUP εξάλλου αντιτίθεται στον όποιο διάλογο με τη Μαδρίτη και η ενίσχυση της δύναμής του σε τοπικό επίπεδο, σε συνδυασμό με τις τακτικές κινήσεις που θα χρειαστεί να γίνουν σε περίπτωση πρόωρων εκλογών στην Καταλονία (σε περίπτωση καταδίκης και του Τόρα), θα δυσχεράνει την όποια βούληση για διάλογο φανεί πρόθυμο να δείξει το ERC.
Επιπλέον, παρ’ όλο που και οι Ciudadanos υποχώρησαν εξίσου σημαντικά στην Καταλονία (δύο έδρες από 5) όπως και στην υπόλοιπη χώρα, αλλά και οι ακροδεξιοί του Vox δεν ενισχύθηκαν στην Καταλονία όσο στην υπόλοιπη χώρα (2 έδρες από 1), σημαντική είναι η ανησυχία για την αντίδραση των δεξιών «φιλοενωτικών» δυνάμεων και για νέα κοινωνική και πολιτική πόλωση, όπως το 2017, με πλαίσιο τη διεξαγωγή του μονομερούς δημοψηφίσματος για την ανεξαρτησία.
Πλέον η αυτονομιστική πτέρυγα στην Καταλονία καλείται να λάβει μια σαφή απόφαση. Με δεδομένο ότι χωρίς αλλαγή ή αναθεώρηση του ισχύοντος Συντάγματος του 1978, η ανεξαρτησία ούτε καν σαν μακρινή πιθανότητα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται, οι Καταλανοί θα πρέπει να αποφασίσουν εάν θα στηρίξουν -ή θα απόσχουν διευκολύνοντάς την- μια κυβέρνηση υπό τον Σάντσεθ και τους Podemos, έστω κι εάν δεν λάβουν σαφείς δεσμεύσεις, ή θα απορρίψουν τον διάλογο, διαιωνίζοντας τη θεσμική και πολιτική κρίση, τη δεσποτική αυστηρότητα της Μαδρίτης απέναντί τους και την κοινωνική και οικονομική αβεβαιότητα, που μαζί με την υπόλοιπη Ισπανία θα πλήξει ιδιαίτερα και την ίδια.
*Δημοσιογράφος, δρ Φιλοσοφίας/ Γλωσσολογίας
