Η Φούλια Οζλεμ, η «δούκισσα» του Ταρλάμπασι στο κάτω Beyoğlu, γνωστό και ως Πέρα, στην Κωνσταντινούπολη, είναι εδώ παρέα με τα φαντάσματα για να εξορκίσει τους δαίμονές μας μέσω τραγουδιού, πρόζας και φιλοσοφίας. Τη συνάντησα σε ένα καφέ και, προς έκπληξή μου, μου έδωσε όλη τη συνέντευξη στα ελληνικά χωρίς να κομπιάσει. Μιλάει και τραγουδάει και σε άλλες γλώσσες εκτός από ελληνικά, όπως και ισπανικά, αγγλικά και γερμανικά.
Τα τελευταία χρόνια συνεργάζεται με άλλες δύο κοπέλες από την Ελλάδα, η καθεμία βιρτουόζος στο αντικείμενό της, τη Μαρίνα Λιόντου Μοχάμεντ, που παίζει ούτι, και την Ασινέθ Φωτεινή Κοκάλα, που παίζει κανονάκι.
Εχουν δημιουργήσει ένα μουσικό σχήμα που λέγεται Akustik Kabare και το πιο πρόσφατο άλμπουμ τους έχει τίτλο Mânidar Boşluk, Conspicuous Abyss – στα ελληνικά η Φούλια μου το μετάφρασε «Αβυσσος η περιφανής».
● Πες μου λίγο για το στιλ της μουσικής σου.
Η μουσική μου βασίζεται στην κλασική οθωμανική, fazıl, αργεντίνικα τάνγκο, έχω ασχοληθεί με ιρλανδική φολκλόρ, falks trot, μουσική του γερμανικού καμπαρέ και γενικότερα από τα ταξίδια μου σε Ευρώπη και Λατινική Αμερική. Τώρα έχω επικεντρωθεί στις αρχές του 20ού αιώνα, μουσική γραμμόφωνου, αλλά οι στίχοι μου είναι εντελώς μεταμοντέρνοι.
Η αγαπημένη μου τραγουδίστρια είναι η Safıye Ayla. Επίσης η Μαρίκα Φραγκεσκοπούλου ή Πολίτισσα, για την οποία έχω γράψει μια μικρή ιστορία στο βιβλίο μου «Η θεά του φούρνου» – την παρουσιάζω σαν φάντασμα που με επισκέπτεται και μου δίνει έμπνευση. Υπάρχουν επιρροές από τη φιλοσοφία και μαζί με τη μουσική δημιουργούν ένα ποίημα. Δεν τραγουδάω μόνο, δίνω και ένα είδος παράστασης σαν καμπαρέ.
● Βγάζεις τη φιλοσοφία από τα Πανεπιστήμια μέσω του καμπαρέ;
Ε, δεν κάνω και αναλυτική φιλοσοφία μέσω καμπαρέ, είμαι σαν τον Allen de Botton της μουσικής (γέλια). Μιλάμε για ένα φιλοσοφικό θέμα, αλλά ουσιαστικά είναι σαν να μη μιλάμε με όρους φιλοσοφίας. Το ζητούμενο είναι να μιλήσεις για δύσκολα κόνσεπτ και να τα κάνεις να φαίνονται σαν το πιο απλό πράγμα στον κόσμο, γιατί ουσιαστικά μιλάμε για την ίδια την ανθρώπινη ζωή.
● Το τελευταίο σας άλμπουμ λέγεται Βoşluk Μanıtar ή Αβυσσος η περιφανής. Πώς και προέκυψε αυτός ο τίτλος;
Η Αβυσσος η περιφανής (Conspicuous Abyss) είναι πολύ πλούσιο σαν κόνσεπτ. Αρχικά ήξερα, ήδη, τι ήθελα να πω αλλά όχι σε ποιον βαθμό, πολλά πράγματα τα ανακάλυψα στην πορεία. Και έτσι γίνεται με τις ιδέες που προσλαμβάνουμε, ακόμα και στη φιλοσοφία, μετά ανακαλύπτουμε περισσότερες νοηματοδοτήσεις γύρω από αυτές.
Το Conspicuous absence θα μπορούσε να σημαίνει τις μαύρες τρύπες στο Διάστημα ή τη μαύρη τρύπα που έχεις στην καρδιά σου.
● Από τι όμως είναι η μαύρη τρύπα στην καρδιά; Μιλάμε για τραύμα πλέον;
Πες μου κάποιον που δεν έχει γνωρίσει συναισθηματικό κενό, στέρηση ή δεν έχει κάποιο ψυχολογικό τραύμα, ίσως από τους γονείς ή από το περιβάλλον…
Προσπαθούμε όλοι μας να γεμίσουμε αυτό το κενό, την άβυσσό μας, είτε το ρίχνουμε στο φαγητό, στη δουλειά, στο τσιγάρο, είτε στο υπερβολικό σεξ, είτε ερωτευόμαστε κάθε εβδομάδα κι από άλλο άτομο, επιδεικνύοντας γενικότερα μια καθαρά εθιστική συμπεριφορά. Αυτό ισχύει με όλους τους ανθρώπους – είναι πολύ δύσκολο να βρεις κάποιον χωρίς μια άβυσσο, ένα συναισθηματικό κενό.
Ολοι είμαστε με τις πληγές μας, με τα κενά μας, όμως με τι τα γεμίζουμε; Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα στο βιβλίο του Χαλίλ Γκιμπράν «Ο Προφήτης», που λέει πως «όσο πιο βαθιά είναι η πληγή στην καρδιά, με άλλη τόση χαρά μπορείς να τη γεμίσεις». Δηλαδή, όσο πιο δυστυχισμένος ή χτυπημένος από τη ζωή είναι κάποιος άλλο τόσο μεγαλύτερη είναι η ικανότητά του να εκτιμήσει τις χαρές της ζωής.
Τέλος πάντων, όσο προχωράω τόσο περισσότερα νοήματα βρίσκω για την ιδέα της αβύσσου. Οπως οι μαύρες τρύπες του Διαστήματος, στην καρδιά μας. Η αβάσταχτη απουσία κάποιου που δημιουργεί ένα τόσο ευδιάκριτο κενό. Φέτος επίσης ανακάλυψα ένα καινούργιο νόημα στην έννοια του κενού διαστήματος. Π.χ. ο άνθρωπός σου, που φαινομενικά είναι εκεί αλλά ουσιαστικά έχει φύγει με το μυαλό και την καρδιά του. Ισως να έχει εγκαταλείψει και τον ίδιο του τον εαυτό.
● Τραγουδάς στα λαντίνο, τη γλώσσα των Ισπανοεβραίων της Τουρκίας;
Ναι, μιλάω ισπανικά αλλά όχι λαντίνο, και τα λαντίνο κατά ένα 95% μοιάζουν με τα μοντέρνα ισπανικά. Εχουν προσμείξεις με τουρκικές λέξεις και λίγες εβραϊκές που δεν τις καταλαβαίνω και ανατρέχω σε μεταφράσεις και φυσικά υπάρχουν και κάποιες αρχαίες ισπανικές λέξεις που με δυσκολεύουν, αλλά, εντάξει, μετά τα καταφέρνω.
● Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει την καταστολή στο Γκεζί, το παρ’ ολίγον πραξικόπημα και την έντονη αστυνομοκρατία που ακολούθησε και τώρα έχουμε μπει σε τροχιά οικονομικής κρίσης. Εχεις δει αλλαγές στο κέντρο της Πόλης, στο Μπέιογλου (ή Πέραν, στα ελληνικά) και στο πώς διασκεδάζει ο κόσμος;
Σίγουρα μπορείς να δεις διαφορές πριν και μετά τις διαδηλώσεις του Γκεζί. Πολλοί ντόπιοι λένε ότι δεν είναι το ίδιο μ’ αυτό που ήταν πριν και έχουν σταματήσει πλέον να έρχονται για διασκέδαση. Πολλοί γκρινιάζουν ότι υπάρχουν πολλοί Αραβες τουρίστες και πρόσφυγες, που εγώ αυτό το θεωρώ πολύ ρατσιστικό. Ομως αυτοί χάνουν, στο Μπέιογλου μπορεί κανείς να ανακαλύψει συνέχεια καινούργια πράγματα.
Το Μπέιογλου έχει μεγαλύτερη ιστορία και δυναμική από τη σύντομη πορεία μας σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν μπορείς να το περιορίσεις στα τελευταία δεκαπέντε χρόνια. Η ιστορία του μας υπερβαίνει. Για εμένα συμβολίζει την αστικοποίηση της Πόλης του 19ου και του 20ού αιώνα, και είναι επίσης ο τόπος ανθρώπων των γραμμάτων, όπως ο αγαπημένος μου συγγραφέας Αχμέτ Χαμντί Τανπινάρ.
Το Μπέιογλου χαρακτηρίζεται από τα δικά του νοηματικά κενά και την άβυσσο της μνήμης. Βλέπω τα σπίτια των Ρωμιών, των Αρμένιων, των Εβραίων, αλλά όχι τους αρχικούς κατοίκους τού τότε με την ιδιαίτερη κουλτούρα τους.
Ηταν τόσο πολυπολιτισμική περιοχή, όπως και η Χαλκηδόνα, το Καράκιοϊ, το Νισάντασι. Περνάω κάθε μέρα και το κενό είναι εμφανές – αναρωτιέμαι πώς θα αντιδρούσε μια Ρωμιά του 19ου αιώνα αν της έλεγαν ότι κάποια στιγμή θα έπρεπε να αφήσει την πατρογονική εστία της. Ημασταν παράδειγμα στο πώς μπορούσαν διαφορετικές εθνότητες, όπως Ρωμιοί, Αρμένιοι, Τούρκοι, Ρώσοι, Αραβες, να συμβιώσουν αρμονικά και αυτό το χάσαμε. Αλλά το Beyoğlu έχει την ικανότητα να αναγεννάται από τις στάχτες του.
Και τώρα, όμως, βλέπεις διαφορετικές εθνικότητες να βγαίνουν μαζί, να τα πίνουν μαζί, να διασκεδάζουν. Βγαίνω με τις παρέες μου που απαρτίζονται από διάφορες εθνικότητες και αισθάνομαι ότι βιώνω την περιοχή σε πολλαπλά χρονικά επίπεδα στο τώρα και στο παρελθόν.
● Σπούδασες επίσης φιλοσοφία. Ποιος φιλόσοφος είναι ο αγαπημένος σου;
Από παιδί με διακατείχε ένας έντονος σκεπτικισμός και αντιμετώπιζα τα πάντα με έντονη αμφιβολία, στα όρια της κυνικότητας. Αυτή η κατάσταση της έντονης αμφιβολίας συνεχίστηκε και στην εφηβεία σε τέτοιο σημείο που σαμποτάρισα πλέον τον ίδιο μου τον εαυτό.
Οταν πέρασα στο τμήμα φιλοσοφίας και διάβασα Ντέιβιντ Χιουμ, τότε είπα «Χα! Τα ‘λεγα εγώ αλλά δεν μ’ ακούγατε! Ο μοναδικός λόγος που πιστεύουμε ότι υπάρχει μια πραγματικότητα γύρω μας είναι για πρακτικούς λόγους, επειδή δεν θέλουμε η ζωή μας να γίνει χαοτική. Στην πραγματικότητα τίποτα δεν είναι αληθινό».
Αργότερα, γνώρισα τον Βιτγκενστάιν, όπου και έκανα τη μεταπτυχιακή μου διατριβή. Μου άνοιξε έναν καινούργιο κόσμο. Και κατάλαβα ότι η αμφιβολία είναι εφικτή μόνο σ’ έναν κόσμο που υπάρχει. Η αμφιβολία έρχεται μέσω γλώσσας κι η γλώσσα απεικονίζει τις διαπροσωπικές μας σχέσεις, επειδή εμείς θέλουμε να υπάρχει μια επικοινωνία.
Επίσης με βοήθησε και η «Θεραπεία στις λέξεις», πάλι του Βιτγκενστάιν. Σταμάτησα να βλέπω σαν δεδομένο το νόημα των λέξεων. Μερικές φορές το νόημα των λέξεων αλλάζει από τα συμφραζόμενα κι αυτό με ωθεί να κρατάω τον νου μου ανοιχτό σε οποιεσδήποτε αλλαγές.
