Ουδείς αμφισβητεί το θεμελιώδες της αρχής της πλειοψηφίας για τη λήψη αποφάσεων στα λειτουργικά πλαίσια ενός δημοκρατικού πολιτεύματος. Ενδεχόμενη ειδικότερη επ’ αυτού υποστηρικτική ενασχόληση θα αποτελούσε άσκοπη κοινοτοπία και θα παραβίαζε θύρες ανοικτές. Δημοκρατία, όμως, δεν είναι (και ευτυχώς) μόνο η αρχή της πλειοψηφίας, η τελευταία δε, ως βασική δημοκρατική αρχή, δεν νοείται παρά σε μια διαλεκτική σχέση με την προστασία της μειοψηφίας.
Ποτέ δεν πρέπει να αγνοείται ο δικαιοκρατικός φιλελεύθερος πυλώνας του δημοκρατικού πολιτεύματος. Είναι αυτός που οριοθετεί αντικειμενικά, θέτει φραγμούς και προστατεύει από ενδεχόμενες αυθαιρεσίες της εκάστοτε παντοδύναμης συγκυριακής πλειοψηφίας.
Δεν συνιστά απλή διαφορά μεταξύ κομμάτων για τη λειτουργία του κοινοβουλίου το θέμα που ανέκυψε σχετικά με την εξαίρεση δύο μελών της συσταθείσας προανακριτικής επιτροπής για τη γνωστή ως «υπόθεση Novartis». Δεν είναι κομματική διαφορά και συνεπώς η προσέγγιση του ζητήματος στη βάση τού «η πλειοψηφία απεφάνθη» είναι προδήλως εσφαλμένη.
Η συγκεκριμένη ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή ασκεί δικαστικά καθήκοντα, τα δε μέλη της, συλλογικώς ενεργούντα και αποφασίζοντα, έχουν όλες τις αρμοδιότητες του εισαγγελέως Πρωτοδικών όταν ο τελευταίος διενεργεί προκαταρκτική εξέταση. Δικαστικής, συνεπώς, φύσεως είναι η ανακύψασα διαφορά και σαν τέτοια δεν δύναται να κριθεί παρά μόνο στη βάση των θεσμοθετημένων δικαιοκρατικών εγγυήσεων του κράτους δικαίου, έναντι των οποίων δεν χωρούν, βεβαίως, αριθμητικές λογικές. Δεν ενδείκνυται στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου νομική ανάλυση. Σίγουρα πάντως δεν νοείται, νομικώς και λογικώς, να αποφασίζει επί της εξαιρέσεως το ίδιο το όργανο στο οποίο αυτή (η εξαίρεση) αναφέρεται.
Η τελική διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 22 παρ. 1 του νόμου 3126|2003 για την ποινική ευθύνη των υπουργών ρητώς προβλέπει ότι «Για όσα θέματα δεν ρυθμίζονται διαφορετικά, στον νόμο αυτόν εφαρμόζονται οι διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας», με συνέπεια να μην μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη, στον παραπάνω νόμο, νομικώς αρρύθμιστων ζητημάτων.
Δεν απομένει, λοιπόν, παρά η δικονομικώς και αρμοδίως αντιμετώπισή τους οσάκις αναφύονται.
*αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου ε.τ.
