ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σάββας Κονταράτος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οπως διάβασα στην «Εφημερίδα των Συντακτών» της Τετάρτης 6 Νοεμβρίου, σε παρέμβασή του κατά τη συζήτηση στη Βουλή για την αναθεώρηση του άρθρου 3 του Συντάγματος, ο υπουργός Επικρατείας Γ. Γεραπετρίτης διατύπωσε την άποψη ότι «οι μείζονες τομές που σχετίζονται με τον διαχωρισμό Κράτους-Εκκλησίας έχουν συντελεστεί με κοινή νομοθετική πρωτοβουλία».

Ο κ. Γεραπετρίτης, ωστόσο, συμβαίνει να είναι ένας από τους έξι διακεκριμένους συντάκτες του πονήματος «Ενα καινοτόμο Σύνταγμα για την Ελλάδα», το οποίο δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2016 σε ειδική έκδοση της εφημερίδας «Η Καθημερινή».

Και στον πρόλογο του πονήματος αυτού διαβάζω: «Εισηγούμεθα την κατάργηση του θρησκευτικού όρκου, της παραδοσιακής διάταξης για την επικρατούσα θρησκεία και την επίκληση [της επίκλησης] στο Σύνταγμα της Αγίας, Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος, έτσι ώστε το Κράτος μας όχι μόνο να είναι, αλλά και να φαίνεται ως “κοσμικό κράτος”».

Προφανώς ο κ. Γεραπετρίτης αναγκάστηκε να απαρνηθεί την άποψη που είχε εκφράσει προ τριών ετών ως έγκριτος συνταγματολόγος, επειδή στο μεταξύ αναδείχτηκε βουλευτής Eπικρατείας και κορυφαίος υπουργός του κυβερνώντος κόμματος, το οποίο είχε ταχθεί κατά της αναθεώρησης του άρθρου 3. Φυσικά, δεν θα απαιτούσα να επιχειρηματολογήσει στη Βουλή υπέρ του πλήρους διαχωρισμού Κράτους-Εκκλησίας, τον οποίο υποθέτω ότι εξακολουθεί να πρεσβεύει.

Εξάλλου, ακόμη και αν το αποτολμούσε, δεν θα έπειθε όσα μέλη της λαϊκής αντιπροσωπείας είχαν αποφασίσει, για διάφορους λόγους, να καταψηφίσουν την κάθε άλλο παρά ριζοσπαστική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ. Θα μπορούσε όμως, για να διασώσει το επιστημονικό του κύρος, να διαφοροποιηθεί κάπως από την κομματική γραμμή, έχοντας προηγουμένως εξηγήσει στον πρωθυπουργό το συνειδησιακό του πρόβλημα. Και πιστεύω πως ο κ. Μητσοτάκης θα έδειχνε εν προκειμένω τη δέουσα κατανόηση.

Από τον κ. Γεραπετρίτη όμως θα περίμενα τουλάχιστον κάτι άλλο. Οφειλε και, κατά τη γνώμη μου, είχε τη δυνατότητα να πείσει τον πρωθυπουργό και την κοινοβουλευτική ομάδα της Ν.Δ. για την ανάγκη κατάργησης του θρησκευτικού όρκου. Τέτοιος όρκος δεν επιβάλλεται από τη χριστιανική διδασκαλία και η κατάργησή του δεν προϋποθέτει την αναθεώρηση του άρθρου 3, ενώ η διατήρησή του καθιστά τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος έωλες.

Το άρθρο 59 προβλέπει για τους ορθόδοξους βουλευτές τον καθιερωμένο από την «επικρατούσα» θρησκεία όρκο και παρέχει στους αλλόθρησκους ή ετερόδοξους τη δυνατότητα να ορκιστούν «σύμφωνα με τον τύπο της δικής τους θρησκείας ή του δικού τους δόγματος», αποκλείοντας από την ορκωμοσία όσους δεν θρησκεύονται.

Το αποτέλεσμα είναι βέβαια το άρθρο αυτό να παραβιάζεται σιωπηρά στην πράξη. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να συμβεί στην περίπτωση του Προέδρου της Δημοκρατίας για τον οποίο το άρθρο 33 ρητά επιτάσσει ότι πρέπει να ορκιστεί «στο όνομα της Αγίας και Ομοούσιας και Αδιαίρετης Τριάδας», δηλαδή να είναι χριστιανός ορθόδοξος και μάλιστα πιστός.

Και τούτο σε κραυγαλέα ανακολουθία με το άρθρο 31 που ορίζει τις προϋποθέσεις εκλογιμότητας στο αξίωμα αυτό, μεταξύ των οποίων ορθώς δεν περιλαμβάνεται το θρήσκευμα. Φαίνεται όμως πως οι ανακολουθίες αυτές δεν ενοχλούν πλέον τον συνταγματολόγο υπουργό Επικρατείας.

* ομότιμος καθηγητής ΑΣΚΤ