Ανάστατη και σχεδόν εξοργισμένη η Εκκλησία «προειδοποιεί»: «Οποιος επιλέγει την αποτέφρωση δεν θα τελείται νεκρώσιμος ακολουθία και μνημόσυνο». Μάλιστα. Επιμένει η Εκκλησία να εισπηδά στα της Πολιτείας και να αναστατώνει με τη σειρά της τούς δημοκρατικούς θεσμούς και τη συνείδηση πιστών και απίστων [αδιάφορων και λοιπά]. Το πρώτο όμως αποτεφρωτήριο άρχισε να λειτουργεί στη Ριτσώνα και οι μητροπολίτες βγαίνουν από τα πολυτελή ράσα τους, ίσως και να τα διαρρηγνύουν.
Τύπωσαν δε φυλλάδια με οδηγίες προς τους πιστούς, οι οποίες στην ουσία είναι «απειλές». Στις σελίδες τους εξηγούν γιατί η Εκκλησία αντιδρά στην καύση των νεκρών και προτάσσει τα «πλεονεκτήματα» του ενταφιασμού. Το πιο πειστικό από τα επιχειρήματά της, το πιο ανθρώπινο, είναι ότι ο τάφος δένει συναισθηματικά τους ζωντανούς με τους αγαπημένους νεκρούς τους. Δεν μπορείς να απαγορεύσεις τέτοιο συναίσθημα και τέτοια επαφή· είναι κάτι ιερό για τους ζώντες. Φροντίζουν τον τάφο, τον στολίζουν, τον περιποιούνται· πολλοί δε ίσως να συνομιλούν με τους αγαπημένους τους.
Δεν έχει νόημα να υπεισέλθει κανείς σε διαμάχη με τους μητροπολίτες και τον αρχιεπίσκοπο – τη δουλειά τους κάνουν και ταυτόχρονα υπερασπίζονται και τα θεολογικά τους δόγματα. Γούστο έχει ένα από τα επιχειρήματά τους, αυτό που λέει ότι εάν επικρατήσει η καύση τότε θα χαθούν τα λείψανα των αγίων τα οποία αποκαλούνται χαριτόβρυτα και θαυματουργά. Είπαμε: γούστο τους και καλιμαύχι τους [εάν είναι μοναχοί τον σκούφο τους]. Δεν είναι μικρό πράγμα να απολεσθούν η χάρις και το θαύμα, ό,τι δηλαδή μας εξυψώνει και μας οδηγεί προς τη θέωση.
Ούτε χρειάζεται να υπενθυμίσει κανείς τα οφέλη για το περιβάλλον και την υγεία που προκύπτουν από την καύση των νεκρών. Γιατί όμως η Εκκλησία δεν αφήνει στη διακριτική ευχέρεια του ποιμνίου της και όλων των άλλων να επιλέξουν τον τρόπο της εκδημίας τους; Η ίδια αρνείται ότι το κάνει για το συμφέρον της, για οικονομικούς δηλαδή λόγους – τόσα έσοδα που αποκομίζουν από τους συγγενείς των τεθνεώτων θα εξανεμιστούν.
Πριν από δυόμισι χιλιάδες χρόνια και περισσότερα, ένας προπάτορας, ο Ηράκλειτος από την Εφεσο, είχε διατυπώσει σε ένα από τα εκρηκτικά αποσπάσματά του (96) το εξής: «Νέκυες κοπρίων εκβλητότεροι», που σημαίνει ότι είναι προτιμότερο, συνετότερο ίσως να πετάς τα πτώματα παρά τα κόπρανα. Σκληρό μεν αληθές δε. Ηθελε να πει ο παλιός διανοητής ότι άμα πεθάνει ο άνθρωπος δεν έχει κανένα νόημα, το νόημα παραμένει για τους ζωντανούς.
Θα πει κανείς ότι τότε δεν είχε έλθει ο υιός του θεού στον κόσμο και δεν ήξεραν οι άνθρωποι τη σημασία του νεκρού σώματος. Πάντως, από τους ομηρικούς χρόνους είναι γνωστό ότι οι πρόγονοι άλλοτε προτιμούσαν την ταφή και άλλοτε την καύση των νεκρών, χωρίς να διαπληκτίζονται για τον τρόπο «αποχαιρετισμού». Ακόμη δεν είχαν υπόψη τους ότι αναμένουμε την ανάσταση νεκρών. Και πώς θα συντεθεί σε σώμα η σποδός, που διαλύεται; Αυτό είναι ένα θέμα…
