Το περπάτημα μέρα μεσημέρι ήταν πολύ κουραστικό. Εκανε ζέστη, πνιχτή, από την υγρασία και την αμφιθυμία του καιρού να αποφασίσει να πάρει τον δρόμο τον σωστό, αυτόν του φθινοπώρου. Δύο μέρες πριν έβρεχε, δρόμοι πλημμύρισαν και χαλάζι κατέστρεψε το βιος τόσων ανθρώπων, αλλά σήμερα ήταν πάλι καλοκαίρι.
Η θερμοκρασία είχε πέσει κάπως, αλλά τα μεσημέρια ο τόπος έβραζε στον χυλό της φθινοπωρινής υγρασίας κι ο κόσμος έσερνε στα χέρια του πανωφόρια και ζακέτες. Γιατί χρειάζονταν νωρίς το πρωί, μη και χρειαστούν αργά το βράδυ.
Εσερνε κι εκείνη το σκούρο σακάκι της, μάζεψε τα μαλλιά της με ένα λαστιχάκι και σκούπισε τον ιδρώτα που έτρεχε στους κροτάφους της. Σταμάτησε να πάρει μια ανάσα, να τακτοποιήσει την τσάντα της, να αλλάξει χέρι στο σακάκι της και να κοιτάξει τον ουρανό.
Νοέμβριος, ο αγαπημένος της μήνας. Νοέμβριος, γενέθλιος μήνας, δεμένος με τις μνήμες ταξιδιών, μιας ετήσιας γιορτής με μαγειρέματα και τούρτα εμπνευσμένη από τα δάση της Αλσατίας. Αλλά και με ειδήσεις που άλλαξαν τη ζωή της μια για πάντα, την έκαναν να ενηλικιωθεί παρ’ όλο που από καιρό είχε συμπληρώσει τον σωστό αριθμό χρόνων, μαθαίνοντας ότι υπάρχουν και μάχες από την αρχή χαμένες. Αλλά τις δίνεις, ούτως ή άλλως.
Εσφιξε απαλά τις γροθιές της και κοίταξε πάλι ψηλά: «Θε μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε»* σκέφτηκε αφήνοντας το χρώμα του ουρανού, το ίδιο και τόσο διαφορετικό από αυτό της αγαπημένης θάλασσας. Ολες τις ώρες της ημέρας, όλες τις μέρες του χρόνου, και αυτού του Νοεμβρίου.
Ηθελε έναν Νοέμβριο από τα παλιά, με τις βροχούλες του, τις ψύχρες του, τα πρώτα ζεστά πουλόβερ και φοιτητικά δετά μποτάκια της, τα ζεστά καφέ, όπου η μηλόπιτα μυρίζει πριν ακόμη μπεις στην πόρτα, και το καινούργιο κρασί από το βαρέλι. Τέτοιες μέρες γινόταν η πρώτη δοκιμή.
«Πάλι γκρινιάζεις» είπε στον εαυτό της. «Κουράστηκες και ζεστάθηκες».
Οι ώρες στη δουλειά την έκαναν να ξεχάσει το μπλε που κρύβει τον Θεό, αλλά και τον καιρό που δεν θύμιζε Νοέμβριο. Αλλωστε, το ήξερε: το κλίμα άλλαζε, το έβλεπε κάθε χρόνο πιο πολύ, οι εποχές αμβλύνονταν και έπαιρνε η μια από την άλλη χαρακτηριστικά, συνήθως όχι τα πιο καλά.
Μετά το σχόλασμα, εκείνο το βράδυ, έκανε μια μεγάλη βόλτα στο κέντρο της πόλης. Η νύχτα ήταν γλυκιά, δεν έκανε κρύο και σε κάποιες γειτονιές μύριζαν γιασεμιά και νυχτολούλουδα -ό,τι επέμενε έπειτα από ένα μακρύ καλοκαίρι. Η υγρή ατμόσφαιρα αύξανε την ένταση του αρώματος, τόσο όσο χρειαζόταν για να καλύψει τις άλλες οσμές της πόλης που είχαν κατακαθίσει στην άσφαλτο και τα πεζοδρόμια.
Τώρα δεν την πείραζε που η βραδιά δεν ήταν και τόσο φθινοπωρινή, ούτε που δεν ήθελε να φορέσει το σακάκι της. Η πόλη είχε γλυκάνει, είχε ηρεμήσει και υπήρχαν γωνιές που μέσα στο ημίφως και την αχλή από την υγρασία στα φώτα του δρόμου θύμιζαν άλλα μέρη, λιγότερο ή περισσότερο μακρινά: νησιά και παραθαλάσσιες πόλεις, εκεί που οι άνθρωποι κολυμπούν έως τον Δεκέμβριο ή κάθονται στις εξώπορτες και ανταλλάσσουν κουβέντες έως αργά τα μεσάνυχτα.
Αλλά όσο απολάμβανε την ατμόσφαιρα τόσο λαχταρούσε τον χειμώνα, τον μεγάλο θεραπευτή. Αυτόν που θρέφει με νερά τη γη και υπομονή τους σπόρους πριν γίνουν φυτά και δέντρα και δώσουν καρπούς. Οπως επιθυμούσε και ένα κανονικό φθινόπωρο, από εκείνα που σε προετοιμάζουν για την αλλαγή.
Της είχαν λείψει και τα χρυσάνθεμα. Πού μπορεί να βρει κανείς χρυσάνθεμα στη μεγάλη πόλη; Αυτά δεν είναι τα λουλούδια της εποχής; Εχουν μια σεμνότητα και μια ομορφιά που δεν κραυγάζει.
Γύρισε στο σπίτι από τον σταθμό με τα πόδια. Δεν πήρε το λεωφορείο. Ηθελε να περπατήσει κι άλλο, να μυρίσει λίγο ακόμη καλοκαίρι. Χωρίς να φοράει σακάκι, κι ας ήταν Νοέμβριος μήνας.
Πόση αμφιθυμία, αλήθεια.
* Οδυσσέας Ελύτης, από τη «Μαρία Νεφέλη»
