ΑΝΑΧΩΡΗΣΕ ΓΙΑ ΤΑ ΕΠΟΥΡΑΝΙΑ εξάστιχα τέτοιες μέρες του 1988 ένας από τους σημαντικότερους μεταπολεμικούς ποιητές μας. Ιδού δεινό δείγμα της γραφής του Τάσου Λειβαδίτη:
ΑΛΛΑ ΤΑ ΒΡΑΔΙΑ Και να που φτάσαμε εδώ/ χωρίς αποσκευές/ μα μ’ ένα τόσο ωραίο φεγγάρι./ Και εγώ ονειρεύτηκα έναν καλύτερο κόσμο/ φτωχή ανθρωπότητα, δεν μπόρεσες/ ούτε ένα κεφάλαιο να γράψεις ακόμα./ Σα σανίδα από θλιβερό ναυάγιο/ ταξιδεύει η γηραιά μας ήπειρος./ Αλλά τα βράδια τι όμορφα/ που μυρίζει η γη…/ Βέβαια αγάπησε/ τα ιδανικά της ανθρωπότητας,/ αλλά τα πουλιά/ πετούσαν πιο πέρα./ Σκληρός, άκαρδος κόσμος,/ που δεν άνοιξε ποτέ μιαν ομπρέλα/ πάνω απ’ το δέντρο που βρέχεται./ Αλλά τα βράδια τι όμορφα/ που μυρίζει η γη…/ Υστερα ανακάλυψαν την πυξίδα/ για να πεθαίνουν κι αλλού/ και την απληστία/ για να μένουν νεκροί για πάντα./ Αλλά καθώς βραδιάζει/ ένα φλάουτο κάπου/ ή ένα άστρο συνηγορεί/ για όλη την ανθρωπότητα./ Αλλά τα βράδια τι όμορφα/ που μυρίζει η γη…/ Καθώς μένω στο δωμάτιό μου,/ μου ’ρχονται άξαφνα φαεινές ιδέες./ Φοράω το σακάκι του πατέρα/ κι έτσι είμαστε δυο,/ κι αν κάποτε μ’ άκουσαν να γαβγίζω/ ήταν για να δώσω/ έναν αέρα εξοχής στο δωμάτιο./ Αλλά τα βράδια τι όμορφα/ που μυρίζει η γη…/ Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη/ μ’ ένα άστρο ή μ’ ένα γιασεμί/ σαν ένα τραγούδι που καθώς βρέχει/ παίρνει το μέρος των φτωχών./ Αλλά τα βράδια τι όμορφα/ που μυρίζει η γη!/ Δως μου το χέρι σου…/ Δως μου το χέρι σου…
ΜΗ ΧΑΝΕΙΣ ΤΟ ΘΑΡΡΟΣ ΣΟΥ εμείς πάντα το ξέραμε/ πως δε χωράει/ μέσα στους τέσσερις τοίχους/ το μεγάλο μας όνειρο./ Εμάς τα σπίτια μας είναι όλοι οι δρόμοι/ που στα σπλάχνα τους κοιμούνται/ τόσοι σκοτωμένοι./ Θα θυμάμαι πάντοτε τα φιλιά σου/ που κελαηδούσαν σαν πουλιά/ θα θυμάμαι τα μάτια σου/ φλογερά και μεγάλα/ σαν δυο νύχτες έρωτα/ μέσα στον άγριο πόλεμο.
ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΠΑΝΤΟΥ Κι αν έρθει κάποτε η στιγμή να χωριστούμε, αγάπη μου,/ μη χάσεις το θάρρος σου./ Η πιο μεγάλη αρετή του ανθρώπου, είναι να ’χει καρδιά./ Μα η πιο μεγάλη ακόμα, είναι όταν χρειάζεται/ να παραμερίσει την καρδιά του./ Την αγάπη μας αύριο,/ θα τη διαβάζουν τα παιδιά στα σχολικά βιβλία,/ πλάι στα ονόματα των άστρων/ και τα καθήκοντα των συντρόφων./ Αν μου χάριζαν όλη την αιωνιότητα χωρίς εσένα,/ θα προτιμούσα μια μικρή στιγμή πλάι σου./ Θα θυμάμαι πάντα τα μάτια σου, φλογερά και μεγάλα,/ σα δυο νύχτες έρωτα, μες στον εμφύλιο πόλεμο./ Α! ναι, ξέχασα να σου πω, πως τα στάχυα/ είναι χρυσά κι απέραντα, γιατί σ’ αγαπώ./ Κλείσε το σπίτι. Δώσε σε μια γειτόνισσα το κλειδί και προχώρα./ Εκεί που οι φαμίλιες μοιράζονται ένα ψωμί στα οκτώ,/ εκεί που κατρακυλάει ο μεγάλος ίσκιος των ντουφεκισμένων./ Σ’ όποιο μέρος της γης, σ’ όποια ώρα,/ εκεί που πολεμάνε και πεθαίνουν οι άνθρωποι/ για ένα καινούργιο κόσμο…/ εκεί θα σε περιμένω, αγάπη μου!
