Μια νέα γυναίκα τρέχει μέσα στη νύχτα τυλιγμένη μόνο σ’ ένα αδιάβροχο. Πέφτει στις ρόδες του αυτοκινήτου του ιδιωτικού ντετέκτιβ Μάικ Χάμερ αναγκάζοντάς τον να σταματήσει. Τη λένε Κριστίνα. Ενα αυτοκίνητο, που οδηγούν δύο αδίστακτοι άντρες, τους καταδιώκει. Στόχος τους είναι η Κριστίνα. Τη σκοτώνουν αφού πρώτα τη βασανίσουν, και ρίχνουν τον Χάμερ με το αυτοκίνητό του σ’ έναν γκρεμό.
Αυτή είναι η συγκλονιστική αρχή από την ταινία «Φίλησέ με μέχρι θανάτου» του Ρόμπερτ Ολντριτς. Στη συνέχεια ο σκληρός Μάικ, που επιβίωσε από την πτώση, ψάχνει να βρει τους δολοφόνους της κοπέλας, για να βρεθεί μπλεγμένος σ’ έναν εφιαλτικό λαβύρινθο ανθρώπων και καταστάσεων όπου όλοι προσπαθούν να ανακαλύψουν το μεγάλο Κάτι – που δεν ξέρει κανείς τι είναι. Το κλειδί γι’ αυτό βρίσκεται σ’ ένα… ποίημα! Είναι το «Να με θυμάσαι» της Κριστίνα Ροσέτι. Το ποίημα δεν υπήρχε στο βιβλίο του Μίκι Σπιλέιν στο οποίο βασίστηκε η ταινία. Είναι ιδιοφυής προσθήκη του ελληνικής καταγωγής σεναριογράφου Μπετζερίδη, που δούλεψε στο Χόλιγουντ γράφοντας εξαιρετικά σενάρια.
Από την πρώτη στιγμή που είδα την ταινία, κάποιοι στίχοι από το ποίημα με γοήτευσαν ιδιαίτερα και με παρακίνησαν να το ψάξω. Δεν χρειάστηκε όμως. Ηρθε το ποίημα σε μένα, μέσα από μια μοναδική ποιητική συλλογή με τίτλο «Σύντομη ιστορία του λυρισμού» (από τις εκδόσεις «Sestina»).
«Να με θυμάσαι όταν θα ’μαι μακριά / μακριά σε χώρα σιωπηλή, να μην μπορεί / εσύ απ’ το χέρι να με παίρνεις ούτε πια / μισή στραμμένη για να φύγω να ’μαι εκεί.
Να με θυμάσαι κι όταν πια δεν θα μου λες / μέρα τη μέρα σχέδιά σου για το μέλλον / να με θυμάσαι απλώς: καταλαβαίνεις, πλέον / θα ’ναι αργά για προσευχές ή συμβουλές».
Κι αυτό ήταν μόνο η αρχή. Βυθίστηκα σε υπέροχα ποιήματα των Τζέιμς Τζόις, Εμιλι Ντίκινσον, Σαρλ Μποντλέρ, Τζον Ντον (σε καταπληκτικές μεταφράσεις του Διονύση Καψάλη και του Γιώργου Κοροπούλη). Και συγκινούμαι βαθιά κάθε φορά που κάποιοι στίχοι της Αχμάτοβα έρχονται στη μνήμη μου.
«Πικρούς κι αλαφιασμένους κι εγωιστές / μας βρήκε – να κοιτάζουμε το χώμα / Και μας τραγούδησε το πώς εχθές / ο ένας τον άλλον αγκάλιαζε ακόμα».
Κι ακόμα:
«Ν’ ακούω πια ψέματα δεν θα κοπιάζω / Κι ούτε θ’ ακούς ώσπου να φέξει η μέρα / μια μια τις αποδείξεις ν’ αραδιάζω / πως είχα δίκιο πάντα – πέρα ώς πέρα».
Τι παράξενοι –και πόσο διαφορετικοί– είναι μερικές φορές οι δρόμοι που ανοίγει μια σημαντική ταινία. Από το βιβλίο του Σπιλέιν και το φιλμ νουάρ… στην ποίηση και την αισθαντική Κριστίνα Ροσέτι. Κι από εκεί, στην Αννα Αχμάτοβα, που τραγουδάει σπαραχτικά τους έρωτες της ζωής και της οθόνης όταν τελειώνουν.
*σκηνοθέτης, διευθυντής Film Studies BA MA, New York College, Athens
