Αν μια επίθεση κατά του Ιράν προβάλλει να έχει απαγορευτικό κόστος, τότε πώς μπορεί η Ουάσινγκτον να επιδιώξει διάλογο με την Τεχεράνη χωρίς να διαταράξει τις σχέσεις της με το Ισραήλ και τη Σαουδική Αραβία; Το δίλημμα αυτό αντιμετώπισε ο Ομπάμα που ανέλαβε το κόστος της προσέγγισης με την Τεχεράνη και σήμερα φαίνεται ότι ήρθε η σειρά του Τραμπ.
Το μήνυμα από την επίθεση των ανταρτών Χούτι της Υεμένης κατά των πετρελαϊκών εγκαταστάσεων της Σαουδικής Αραβίας που ο Πομπέο χρέωσε στο Ιράν και μείωσε κατά το ήμισυ την καθημερινή παραγωγή πετρελαίου του Ριάντ προειδοποιεί ότι στην περιοχή δεν υπάρχει η επιλογή της ακινησίας στο σημερινό status quo. Λίγες μέρες μετά την αποπομπή Μπόλτον και με την προσδοκία συνάντησης στη Νέα Υόρκη του Τραμπ με τον Ροχανί, ο πρόεδρος των ΗΠΑ προτείνει στον Νετανιάχου Συμφωνία Στρατιωτικής Συμμαχίας. Μια κίνηση που σε πρώτη ανάγνωση αποτελεί μια απροκάλυπτη προεκλογική πριμοδότηση του Νετανιάχου εν όψει των αυριανών εκλογών.
Σε δεύτερη, όμως, ανάγνωση η πρόταση Τραμπ θα μπορούσε να προβάλλει ως εγγύηση ότι το Ισραήλ δεν θα κινηθεί μόνο του για να επιτεθεί κατά στόχων εντός του Ιράν. Η μεγάλη πρόκληση δεν είναι τόσο το Πυρηνικό Πρόγραμμα του Ιράν όσο η παρουσία του στην καρδιά της Μέσης Ανατολής μέσω της επιρροής που ασκεί στη Βαγδάτη και στη Δαμασκό αλλά και στον Νότιο Λίβανο μέσω της Χεζμπολάx. Σε ό,τι αφορά την εμφύλια σύγκρουση στην Υεμένη, είναι σαφές ότι πρόκειται για έναν πόλεμο δι’ αντιπροσώπων Ριάντ – Τεχεράνης, με τη Σαουδική Αραβία να εναντιώνεται στο πεδίο της μάχης σε κάθε ενδεχόμενη μείωση της έντασης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν.
Παράταση της αβεβαιότητας που προέκυψε την άνοιξη του 2018 μετά την απόσυρση των ΗΠΑ από τη συμφωνία για τον διεθνή έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν σημαίνει αυξημένο κίνδυνο για ένα ντόμινο περιφερειακής αποσταθεροποίησης και ανάφλεξης με δυνητικά επίκεντρα τις πολλαπλές εστίες έντασης και συγκρούσεων στην ευρύτερη περιοχή από την Υεμένη μέχρι τον Νότιο Λίβανο.
