ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Κτενάς*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τον Σεπτέμβριο του 2018 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Παπαζήση ένα βιβλίο που, κατά τη γνώμη μου, δεν έχει ακόμα προσεχτεί όσο του αξίζει. Ο λόγος για το πόνημα του Γιάννη Λαζαράτου, καθηγητή Φιλοσοφίας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, που φέρει τον τίτλο «Το παράθυρο του Καστοριάδη» και τον υπότιτλο «Χάος, Αβυσσος, Απύθμενο».

Σε μια πρώτη προσέγγιση, μπορούμε να το τοποθετήσουμε σε μια σειρά πρόσφατων κυκλοφοριών που αφορούν όσους ενδιαφέρονται για τον Καστοριάδη, όπως ο συλλογικός τόμος «Η σκέψη του Κορνήλιου Καστοριάδη» και η σημασία της για μας σήμερα, στον οποίο άλλωστε συμμετέχει και ο Λαζαράτος, και η ελληνική μετάφραση του πέμπτου τόμου των «Carrefours du Labyrinthe» του φιλοσόφου, με τον τίτλο «Πεπραγμένα και Πρακτέα». Ωστόσο, μια σειρά γνωρισμάτων και αρετών του «Παραθύρου» καθιστούν την ανάγνωσή του ιδιαίτερη και απολαυστική. Ας παρουσιάσουμε λοιπόν αρχικά τον σκελετό του βιβλίου, για να σταθούμε στη συνέχεια επιλεκτικά και σύντομα σε ορισμένα σημεία.

Το έργο διαρθρώνεται σε τέσσερα κεφάλαια: το πρώτο αποτελεί μια σύντομη αναφορά στην προσωπική, πολιτική και φιλοσοφική πορεία του Καστοριάδη, το δεύτερο πραγματεύεται την καστοριαδική οντολογία στη σχέση της με το πρόταγμα της αυτονομίας, το τρίτο ψηλαφεί τις κεντρικές έννοιες της αβύσσου και του χάους, ενώ το τέταρτο ανακεφαλαιώνει και προεκτείνει όσα προηγήθηκαν και περιλαμβάνει μια κριτική παρατήρηση αναφορικά με τα όρια του ζεύγους «ντετερμινισμός – ιντετερμινισμός» στο πλαίσιο της θεώρησης του Καστοριάδη για τη δημιουργία.

Προτού μπούμε σε περισσότερες λεπτομέρειες, ας σημειώσουμε παρενθετικά ότι ένα από τα προτερήματα του βιβλίου συνίσταται ακριβώς στην ποιότητα αυτής της κριτικής παρατήρησης. Σε πλήρη αντίθεση με πλήθος σύγχρονων «κριτικών», οι οποίες αποτελούν έναν συνδυασμό ανεπαρκούς κατανόησης και εσκεμμένης παρανοήσης, η διερεύνηση των ορίων της καστοριαδικής δημιουργίας που επιχειρεί ο Λαζαράτος είναι καλοπροαίρετη, θεμελιωμένη και ευφυής· έτσι, ανεξάρτητα από το αν θα συμφωνήσει κανείς ή όχι, πετυχαίνει τον στόχο της: μας αναγκάζει να σκεφτούμε.

Συνεχίζοντας, επιλέγω μόνο δύο από τα αξιοπρόσεκτα σημεία του βιβλίου, προκειμένου να τα αναπτύξω όσο επιτρέπει ο χώρος – δύο σημεία ενδεικτικά του πνεύματος και της ατμόσφαιρας όλου του έργου. Κατά πρώτον, πρέπει να αναφέρει κανείς τις λεπτοδουλεμένες επισυνάψεις που προσπαθεί να υφάνει ο συγγραφέας μεταξύ των κομβικών στην καστοριαδική σκέψη εννοιών του Χάους, της Αβύσσου, του Απύθμενου, από τη μία, και της θεώρησης του φιλοσόφου για την τέχνη, από την άλλη.

Αλλωστε, ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει σ’ εκείνον του τόμου όπου ο Καστοριάδης συγκέντρωσε τα δοκίμια και τις συνεντεύξεις του με θέμα την τέχνη («Παράθυρο στο Χάος»), ενώ και ο Λαζαράτος από τη μεριά του δεν είναι πρωτόπειρος στο συγκεκριμένο πεδίο: οι εργασίες του, από τις οποίες ας αναφέρουμε εδώ ενδεικτικά το «Τέχνη, φιλοσοφία, αυτονομία», το επιβεβαιώνουν. Ο συγγραφέας μάς καλεί λοιπόν να παρατηρήσουμε πώς η τέχνη, αυτός ο τρόπος να έρθουμε σε επαφή με το Χάος, με τον θάνατο τον δικό μας και όλων των πραγμάτων, με το «μη νόημα του νοήματος», είναι μια βασιλική οδός για να επωμιστούμε τη θνητότητά μας· πράγμα που, με τη σειρά του, αποτελεί για τον Καστοριάδη απαραίτητη προϋπόθεση της αυτονομίας, κοινωνικής και ατομικής.

Δεύτερον, ένα στοιχείο που προσωπικά εκτίμησα στο υπό παρουσίαση βιβλίο είναι η προσπάθεια του συγγραφέα να διαυγάσει, έστω σε έναν βαθμό, τι είναι το «νόημα» και οι «φαντασιακές σημασίες» για τον Καστοριάδη. Αυτές οι έννοιες, που βρίσκονται κυριολεκτικά παντού στο έργο του φιλοσόφου, είναι από τις πιο δύσκολα (προσδι)ορίσιμες. Συμφωνώντας με τον Γιαν Πατότσκα, θα λέγαμε ότι το «νόημα» είναι μια έννοια αυτονόητη και, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, δύσκολα προσεγγίσιμη. Ο Λαζαράτος, λοιπόν, αναλαμβάνει το δύσκολο έργο να μας βγάλει, έστω μερικώς, από το αδιέξοδο.

Σε αυτή του την προσπάθεια, θα επιμείνει ιδιαίτερα στις τρεις «διαστάσεις» του καστοριαδικού νοήματος, που συνδέονται μεταξύ τους μαγματικά: την πρόθεση, το αίσθημα και την παράσταση. Ετσι, για την ατομική ψυχή, το νόημα έχει πάντα ταυτόχρονα και αξεδιάλυτα «συνιστώσες» προθεσιακές, αισθηματικές και παραστασιακές. Η «εικόνα» ή η «ανάμνηση» της γάτας μου συνοδεύεται πάντα από προθέσεις και αισθήματα προς αυτήν. Ομως το «συνοδεύεται» είναι ήδη ένα κακό ρήμα, γιατί στην ιδιαίτερη σχέση του νοήματος δεν μπορούμε να ξεχωρίσουμε με ευκρίνεια κάτι που «προηγείται» και κάτι που έρχεται «στη συνέχεια» να το «συνοδεύσει».

Αντίστοιχα, στο κοινωνικο-ιστορικό επίπεδο, το οποίο μας φέρνει αντιμέτωπους με «μια άλλη τροπικότητα του νοήματος», οι φαντασιακές σημασίες δεν είναι απλές «ιδέες» που ανήκουν σε μια σφαίρα που υπερίπταται του αισθητού· συγκροτούν τους θεσμούς και τα κοινωνικοποιημένα άτομα, σμιλεύοντας τις προθέσεις, τα αισθήματα και τις παραστάσεις τους και προσδιορίζοντας την ιδιαίτερη Stimmung της εκάστοτε κοινωνίας. Ανάμεσα δε στην κοινωνική και την ψυχική διάσταση του νοήματος υπάρχει, κατά τον Λαζαράτο, μια σχέση «συστοιχίας».

Θα μπορούσαν να ειπωθούν ακόμη πολλά, όμως θα απαιτούνταν μακροσκελέστερες αναλύσεις. Ολα αυτά, και πολλά ακόμη, χώρεσαν στις μόλις 305 σελίδες του βιβλίου, πράγμα που καθιστά το όλο εγχείρημα ακόμα πιο εντυπωσιακό· ένα εγχείρημα που, λόγω της πυκνότητας και της απαιτητικότητάς του, δεν θα το χαρακτήριζα ως μια απλή εισαγωγή στο έργο του Καστοριάδη. Θα τολμούσα όμως να πω ότι είναι ίσως η καλύτερη φιλοσοφική εισαγωγή σε αυτό.

* Υποψήφιος διδάκτορας πολιτικής φιλοσοφίας, μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού «Kaboom»