ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Προέκταση της έμφασης στο τσέλο που εκ των πραγμάτων δόθηκε από το φετινό Φεστιβάλ Αθηνών με τις θαυμάσιες εμφανίσεις στο Ηρώδειο των Γιο-Γιο Μα και Ζαν-Γκιγέν Κεράς ήσαν οι τρεις συναυλίες που έδωσαν τέσσερις ταλαντούχοι, νέοι Ελληνες τσελίστες στο Ωδείο Αθηνών στις αρχές του Ιουλίου (1, 3, 4/7/2019). Οι τρεις συναυλίες φιλοξενήθηκαν στην καλαίσθητα ανακαινισμένη αίθουσα «Αρης Γαρουφαλής» και αναμεταδόθηκαν ζωντανά, ραδιοφωνικά και διαδικτυακά, από το Γ΄ Πρόγραμμα της ΕΡΤ.

Παρακολουθήσαμε τις δύο από αυτές αποκομίζοντας πάρα πολύ καλές εντυπώσεις. Πρέπει να (ξανα)τονίσουμε, όμως, ότι η δυσμενής, σπηλαιώδης ακουστική της αίθουσας (αποτέλεσμα της κάκιστης γεωμετρίας της οροφής και της ανεπαρκώς ελεγμένης ηχοαπορρόφησης/ανάκλασης του ήχου) υπονομεύει σοβαρά τις ερμηνείες των μουσικών, θολώνοντας την ευκρίνεια και «μπουκώνοντας» τον ήχο που εκπέμπουν τα όργανα από τη σκηνή προς το ακροατήριο.

Ταλαντούχοι νέοι στο Ωδείο Αθηνών

Την 1η Ιουλίου η Ελληνοαυστριακή τσελίστρια Χριστίνα Μπαζίλη και η Ελληνοβενεζουελάνα πιανίστρια Αλεξία Μουζά παρουσίασαν ένα πρόγραμμα που γεφύρωσε τον κλασικισμό με τον σοβιετικό μουσικό μοντερνισμό του Μεσοπολέμου. Η συναυλία ξεκίνησε με την ώριμη «Σονάτα για τσέλο, αρ.4» του Μπετόβεν. Από τις πρώτες νότες φάνηκαν ξεκάθαρα το δέσιμο και ο καλός συντονισμός των δύο ακμαίων μουσικών, οι οποίες προσέγγισαν το έργο ταιριαστά, μέσα από το ύφος της εποχής του.

Η Μπαζίλη διέπλασε μια ανάγνωση με ακριβή, αιχμηρή, κοφτή φραστική και ρωμαλέο ήχο, διαποτισμένη από ελεγχόμενο πάθος α λα «Θύελλα κι ορμή», αποδίδοντας συναρπαστικά αλλά και με ευγένεια τις έντονες μεταπτώσεις ανάμεσα σε ορμητικές, αιχμηρά αρθρωμένες παραγράφους και σε τρυφερές, ρευστές, μελωδικές. Ακολούθησαν τα «Πέντε κομμάτια σε παραδοσιακό ύφος» του Σούμαν, μουσική ρομαντική, ριζικά διαφορετική, με χαρακτήρα σύντομων λυρικών δοκιμίων επάνω σε συγκεκριμένες διαθέσεις. Μπαζίλη και Μουζά κινήθηκαν με άνεση στο τοπίο των συνεχών εναλλαγών της γραφής του Σούμαν αποδίδοντας αβίαστα τη στιλιζαρισμένη αναφορά στο κυκλικό ρυθμικό φολκλορικό στοιχείο, το λάβρο πάθος, τη χαμηλόφωνη ονειροπόληση. Θαυμαστές ήταν η ορθοτονία και η άνεση του τσέλου στο πλάσιμο της μελωδικής φραστικής στην πιο υψηλή περιοχή του οργάνου.

Τελείως διαφορετικό ήταν το μουσικό στίγμα στο δεύτερο μισό της βραδιάς, που αφιερώθηκε σε Σοβιετικούς συνθέτες. Πρώτη ακούστηκε η «Μπαλάντα για τσέλο», έργο 15 του Προκόφιεφ, στην οποία κυριάρχησε το ωραίο, νωχελικά ρευστό πλάσιμο της ατέρμονης μελωδικής φραστικής απάνω στον βαρύ βηματισμό του πιάνου. Συναρπαστικό ήταν το μεσαίο, τονισμένα ρυθμικό μέρος με τις μετρονομικές πιτσικάτο παρεμβολές του τσέλου επάνω στο μηχανιστικό εμβατηριακό υπόβαθρο του πιάνου.

Η βραδιά ολοκληρώθηκε με τη «Σονάτα για τσέλο», έργο 40 του Σοστακόβιτς, έργο στο οποίο ο ερωτευμένος 28χρονος συνθέτης συνδυάζει εξαιρετικά το μυώδες ξετύλιγμα της μελωδίας με το ρυθμικά αρθρωμένο υπόβαθρο του πιάνου. Μπαζίλη και Μουζά σε σφιχτή συμπόρευση απέδωσαν με φανερό οίστρο και απολαυστική τεχνική άνεση την επιτηδευμένα τραχιά αντιπαράθεση της μοντέρνας γραφής ανάμεσα στον βασικά μελωδικό/ρητορικό μονόλογο του τσέλου και το «γυμνό» μηχανιστικό ρυθμικό στοιχείο.

Συλλαμβάνοντας με άσφαλτο μουσικό ένστικτο την υποδόρια, τεταμένη δραματουργία της μουσικής, έχτισαν με αυτοπεποίθηση και σφρίγος τις κορυφώσεις, είτε επρόκειτο για την προφανή συσσώρευση έντασης στα γρήγορα, ρυθμικά μέρη με τις σφυροκοπηματικές εκρήξεις ενέργειας είτε για τις αργές, χαμηλόφωνες λυρικές παραγράφους του Largo όπου –και πάλι– θαυμάσαμε την αψεγάδιαστη ορθοτονία του τσέλου στις μακριές φράσεις. Μοναδικά συναρπαστικό ήταν το καταληκτικό Allegro με το τσέλο της Μπαζίλη να τραγουδά με απλές μελωδίες και άλλοτε να κεντά βιαστικούς οργισμένους μονολόγους επάνω στον ανήμερο εμβατηριακό ωστικό παλμό. Μια ανεπιφύλακτα απολαυστική συναυλία –ξεχνάμε την κακή ακουστική της αίθουσας!– στην οποία κυριάρχησε η περίσσεια ταλέντου!