Ιδιαζόντως αμφιρρεπής και αμφιπρόστυλος, ο διπρόσωπος θεός των Ρωμαίων βάφτισε με το ονοματάκι του τον Ιανουάριο, αν και κολλάει γάντι, εδώ που τα λέμε, και στον μήνα που ήδη διανύουμε και υπολείπεται μόλις μια βδομάδα προτού τουμπάρει στις πίσω σελίδες του ημερολογίου. Μυρίζοντας πρώιμο καλοκαιράκι, οι ξανθές ξελογιάστρες Αλκυονίδες, φορούν ζεστό χιτώνα στο παγωμένο σώμα του Γενάρη, του προσφέρουν δύο αντιφατικές όψεις, θάλποντας με απολλώνιο φως την ανταριασμένη, σκοτεινή του διαδρομή.
Από Αύγουστο χειμώνα, επιμένει η, όχι και τόσο σοφή, δημώδης φράση και, παρά τη δροσιστική επέλαση του μελτεμιού και κάνα αιφνίδιο μπουρίνι πού και πού, οι αιώνια εμβληματικές ημέρες των διακοπών εξακολουθούν να πυροδοτούν στο κορμί, την καρδιά και την ψυχή τη θερμοκρασία του έτους. Μεστοί χυμοί σύκων και σταφυλιών πλημμυρίζουν τον νου και τα χείλη προεξοφλώντας στο διηνεκές τη μεθυστική απελευθερωτική παράταση του θέρους.
Νουθετεί τα πλήθη μετανιωμένος σχεδόν ο θυμόσοφος λαός, σπεύδοντας να εξωραΐσει την υπερβολική ως άνω ρήση με τη διορθωτική παροιμία: «Αύγουστε καλέ μου μήνα να ’σουν δυο φορές τον χρόνο», παράκληση που ακόμα και ακραιφνείς μαζοχιστές ουδέποτε διανοήθηκαν να απευθύνουν στον Ιανουάριο. Η διπλή υπόσταση του Αυγούστου, λοιπόν, δεν έγκειται στο ότι αναδίνει το ψυχρό σπέρμα του χιονιά απ’ την ολόθερμή του αγκάλη, όσο στις μεταμορφώσεις που επιφέρουν στην εσωτερική μας τοπιογραφία οι επικρατούσες κατά τις τελευταίες δεκαετίες συνήθειες των κατοίκων των αστικών κέντρων.
Οι αστοί εγκαταλείπουν άρον άρον τα κολαστήρια των πόλεων και εκδράμουν αγεληδόν σε επίπλαστους παράκτιους παραδείσους, μεταφέροντας στην αμμουδιά, μαζί με το πλαδαρό τους σαρκίο, τις στέρεες και μίζερες καθημερινές τους βεβαιότητες. Η πολυκοσμία καθιστά ανυπόφορα και τα ακριτικότερα θέρετρα. Αντιθέτως οι πολιτείες ερημώνουν μοιραία. Τα άδεια κτίρια και οι ατάραχοι δρόμοι ψιθυρίζουν ηδυπαθώς στους ελάχιστους εναπομείναντες πως δεν ευθύνονται για τα χάλια τους τα μπετά και η άσφαλτος, αλλά ο συρφετός που τα οικειοποιείται.
Στην πρωτεύουσα η αντίθεση γίνεται πιο χτυπητή. Μολονότι εκ πρώτης όψεως η πόλη θυμίζει κεκλεισμένων των θυρών αγώνα ποδοσφαίρου –έχω ιδίαν πικράν πείρα από προχθές–, αρκεί και μόνο μια δεύτερη ματιά ώστε να ανατραπεί άρδην το σκηνικό. Παρ’ όλο τον καύσωνα, εξαφανίζεται το γκρίζο και το μουντό. Τα φανάρια είναι, λες, πάντα πράσινα, οι αποστάσεις εκμηδενίζονται, τα θερινά σινεμά δημιουργούν αναπάντεχο εξωτισμό, οι αραιές παρέες ευφραίνονται στα κάθε λογής τραπεζάκια έξω, «άσ’ τους πολλούς να συνωστίζονται στις παραλίες» χαριτολογούν. Από Δευτέρα, δυστυχώς, τα κεφάλια μέσα. Αύγουστέ μου στην Αθήνα, να κρατούσες κάθε μήνα.
