Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Του Ταρζάν

Τον θεωρούσε άχρηστο και επικίνδυνο για την πελατεία του. «Εδώ έρχεται ο κόσμος για να χαρεί, να φάει ένα ψάρι στην ακροθαλασσιά, κάτω απ’ την πέργκολα με τις βουκαμβίλιες», έλεγε. «Κι έρχεται αυτό το κοπρόσκυλο, να δαγκώσει κανέναν να ‘χω τρεξίματα. Ασε που δεν θα ξαναπατήσει ψυχή στο μαγαζί». Και το κυνηγούσε όταν το ‘βλεπε, του πέταγε πέτρες να φύγει, αλλά δεν το πετύχαινε.

Ο σκύλος, είναι η αλήθεια, ποτέ του δεν είχε δαγκώσει κανέναν. Κρυβόταν όταν έβλεπε τον ταβερνιάρη και όταν εκείνος έφευγε, πλησίαζε με χίλιες προφυλάξεις όποιο τραπέζι είχε κόσμο. Αλλοι δεν του ‘διναν σημασία, άλλοι του πέταγαν καμιά πετσούλα και κάποιοι ξένοι τουρίστες τού χάιδευαν και το κεφάλι. Ο σκύλος, πάντως, είχε τον νου του μπας και εμφανιστεί ο εχθρός του, ο ταβερνιάρης.

Κάποιες φορές συνέβαινε κι αυτό: τότε ο ταβερνιάρης υποκρινόταν ότι ο σκύλος ήταν φίλος του, με πολύ κόπο φόραγε ένα ζωόφιλο χαμόγελο, κάτι που άρεσε πολύ στους ξένους. Μέσα του, βέβαια, έβραζε. «Πού θα μου πας, βρε κερατά, δεν θα σε πιάσω όταν θα ‘ναι άδειο το μαγαζί; Εννοια σου, θα σε περιποιηθώ καλά…», έλεγε μέσα του.

Μια μέρα έπιασε δυνατή βροχή. Δεν πάτησε ψυχή στην ταβέρνα. Με τέτοιο χαλασμό κόσμου ποιος θα πήγαινε για ψάρι στην παραλία; Ο ταβερνιάρης καθόταν κάτω απ’ το μικρό υπόστεγο της πόρτας και κοίταζε τα άδεια τραπέζια του στην άκρη της γκρίζας, ταραγμένης θάλασσας. Τότε τον είδε!

Ο σκύλος, με υπολογισμένα βήματα, πήγε και χώθηκε κάτω από ένα απ’ τα τραπέζια για να μη βρέχεται. Γύρισε για λίγο γύρω απ’ τον εαυτό του και ξάπλωσε. Σε λίγο κοιμήθηκε. Ο ταβερνιάρης πήρε ένα μακρύ ξύλο και με γατίσια βήματα διέσχισε την άσφαλτο που χώριζε την ταβέρνα απ’ τα τραπέζια. Η αντάρα της βροχής και του ανέμου εμπόδισε τον σκύλο να τον ακούσει.

Σήκωσε το ξύλο: Η πρώτη τον βρήκε στο μέρος που η ουρά ενώνεται με το σώμα. Εκανε να φύγει. Η δεύτερη τον χτύπησε στο κεφάλι, η τρίτη στη ράχη. Η τέταρτη και η πέμπτη ήταν οι χαριστικές βολές. Με άγρια χαρά ο ταβερνιάρης τον έπιασε απ’ την ουρά και τον έσυρε ώς το αγροτικό του αυτοκίνητο. Τον πέταξε λίγο παρακάτω, σε μια αυτοσχέδια χωματερή. «Νόμιζες πως θα γλίτωνες από μένα;» σκέφτηκε. «Δεν ξέρεις με ποιον τα ‘βαλες! Κοπρόσκυλο, ε κοπρόσκυλο…».

Οταν γύρισε στο μαγαζί βρήκε ένα ζευγαράκι να περιμένει. «Καθίστε, να, εδώ είναι στεγνά, δεν το πιάνει η βροχή αυτό το τραπέζι. Τι να σας φέρω;».

– Τι κάνει το σκυλάκι; Πού είναι; ρώτησε η κοπέλα.

– Ε, το καψερό, κάπου θα χώθηκε να μη βραχεί. Ισως να ‘ρθει, τώρα που περνάει η μπόρα…

Κοίταξε βιαστικά προς το μέρος που είχε σκοτώσει τον σκύλο. Τα νερά της βροχής είχαν ξεπλύνει το αίμα.