ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώργος Καράμπελας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ακούγεται παράδοξο, αλλά έχει ταυτόχρονα κάτι το πολύ επίκαιρο και κάτι το πολύ ανεπίκαιρο να διαβάζεις εν έτει 2019 τον Ζακ Ντεριντά, από τα μέσα της δεκαετίας του 1990, να αντιστρέφει τον Νίτσε και να καταπιάνεται με μια Ιστορία του ψεύδους υπό αυστηρά ηθική έννοια.

Η επικαιρότητα του εγχειρήματος έγκειται στο ότι σήμερα το πρόβλημα που τίθεται ολοένα πιο επιτακτικά στη δημόσια σφαίρα –γενικεύοντας τον παραδοσιακό φιλοσοφικό πανικό για τις επιπτώσεις που έχει στην έννοια της αλήθειας η συνύφανση του ηθικού ψεύδους (της ψευδολογίας, του ψέματος) με τη γνωσιολογική πλάνη– είναι η εσκεμμένη εξαπάτηση των πολλών από τους λίγους, των πολιτών (με ή χωρίς δικαιώματα) από τους «πυλωρούς» των ΜΜΕ και τις πολυάριθμες πλέον αβατάρες τους στη σύγχρονη ινφόσφαιρα.

Το παράκαιρο του πράγματος, από την άλλη, είναι ακριβώς η απόλυτη αδιαφορία των σημερινών μορφών εξαπάτησης για κάθε ιδέα αλήθειας: όπως αναγνωρίζει και ο Ντεριντά, μαζί με πολλούς άλλους στοχαστές ανά τους αιώνες, ο ψεύτης ξέρει πολύ καλά αυτό που θέλει να αποκρύψει ή να παραποιήσει· όμως –για να δώσουμε ένα πρόχειρο παράδειγμα– ο αυτόματος λογαριασμός που διακινεί σήμερα fake news σε ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης είναι απλώς προγραμματισμένος να εξαπατά, απλώς (ανα)μεταδίδει ακατάπαυστα βάσει μιας «γραμμής», θέλοντας άμεσα και αποκλειστικά να επηρεάσει, χωρίς παρωχημένες έγνοιες περί αλήθειας, ακριβολογίας ή, έστω, πραγματικότητας.

Θα ήταν ανάρμοστο να περιμέναμε από αυτά τα «προλεγόμενα» του Ντεριντά μια κανονική εξιστόρηση των φιλοσοφικών θεωριών του ψεύδους: ο Ντεριντά, σε μια χαρακτηριστική κίνησή του, χτίζει ολόκληρο το κείμενο αυτής του της διάλεξης πάνω ακριβώς στην αμφιβολία για τη δυνατότητα μιας τέτοιας εξιστόρησης, αμφιβολία που δεν λειτουργεί βέβαια αυτοϋπονομευτικά, αλλά δίνει το ίδιο το έναυσμα για μια αποδομητική ερμηνευτική των ιστορικών όρων του εννοιολογικού αντικειμένου «ψεύδος».

Από τις σελίδες του βιβλίου ωστόσο παρελαύνουν μια σειρά στοχαστές οι οποίοι υποδεικνύουν τα πιθανά ορόσημα μιας τέτοιας ιστορίας μετά (ή και παρά) τον Ντεριντά: από τον Πλάτωνα, τον Αριστοτέλη και τον Αυγουστίνο, περνώντας από τον Μονταίνιο, τον Ρουσό, τον Καντ, τον Νίτσε και τον Μαρξ, μέχρι τον Φρόιντ, τον Χάιντεγκερ, τον Σαρτρ, τον Οστιν, τον Κοϊρέ και την Αρεντ, ο ηθικός ορίζοντας του ψεύδους, τεχνηέντως διαχωρισμένος από τον επιστημολογικό, εξασφαλίζει στον Ντεριντά την καλύτερη πρόσβαση στην ισχυρότερη, την ηθική αλήθεια, όντας τρόπον τινά το πιο έντονο αρνητικό του πιο εμφατικού θετικού που μπορούμε να φανταστούμε – της έσχατης δεοντικής πραγματικότητας, ενός «έτσι είναι» που ανάγεται, διαρκώς και πολλαχώς, σε ένα «έτσι πρέπει να είναι».

Κι ενώ η αμφίβολη ταυτότητα του ηθικού ψεύδους δίνει το έναυσμα στην ντεριντιανή ερμηνεία, η κατασκευή της άπειρης, φαντασματικής θετικότητας της ηθικής αλήθειας επιτρέπει με τη σειρά της να συνεχίζεται επ’ αόριστον μια ιστορική ερμηνευτική χωρίς αρχή και τέλος, σαν «καθαρή προστακτική δίχως άλλο περιεχόμενο πέρα από την εντολή: ερμήνευσε!», όπως παρατήρησε πρόσφατα ο Αγκάμπεν.

Δεν είναι άξιο απορίας λοιπόν ότι ο Ντεριντά επιφυλάσσει ιδιαίτερη θέση στο κείμενο «Αλήθεια και πολιτική» της Χάνα Αρεντ, επισημαίνοντας τις «ευνοϊκές» πτυχές του όσο και τους περιορισμούς που αντιπροσωπεύει αυτό για το σχέδιο μιας ιστορίας του ψεύδους. Ακόμα πιο ενδεικτικό είναι ότι όλα τα «δυσμενή» χαρακτηριστικά του κειμένου της Αρεντ περιστρέφονται κατά τον Ντεριντά γύρω από την αναμφίλεκτη αρεντιανή αποδοχή μιας «παρουσίας» της αλήθειας, ενώ όλα τα ευμενή γύρω από την κατ’ εξοχήν μοντέρνα πλαστικότητα και δυνάμει πρωτοκαθεδρία που αναγνωρίζει η Αρεντ στο ψεύδος, ως πρωταρχικότερο ή και ευρύτερο από την αλήθεια.

Αυτή η τελευταία τάση, αν την ακολουθούσαμε με συνέπεια, θα μας οδηγούσε ίσως σε μια ανανέωση και διεύρυνση της μαρξιστικής έννοιας της ιδεολογίας, που, για τον Ντεριντά, ελαφρώς αναπάντεχα, «σηματοδοτεί μια τοποθεσία, τη θέση του πράγματος το οποίο εδώ προσπαθούμε να προσδιορίσουμε» (σελ. 92).

Από την άλλη, ο Ντεριντά δεν είναι διατεθειμένος να υπερβεί το δίπολο αλήθειας-ψεύδους και να κινηθεί όντως προς αυτόν τον ιδεολογικό τόπο της «μη αλήθειας, ο οποίος δεν είναι ούτε ο τόπος της πλάνης, της άγνοιας, της ψευδαίσθησης, ούτε ο τόπος του ψεύδους ή του ψεύδους προς εαυτόν» (ό.π.). Μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να τον οδηγήσει μέχρι και στις μεταμορφώσεις της τεχνομιντιακής ιδεολογίας σήμερα, για τα καλά μέσα στον 21ο αιώνα, από τον οποίο ο Ντεριντά, ο πιο ακραιφνής και δύσπιστος πιστός των φιλοσοφικών μας παραδόσεων, δεν πρόλαβε να γνωρίσει ούτε καν τη διαδικτυακή ιδιωτικο-δημοσιότητά του.

Δυο τελευταία λόγια για την έκδοση: ο ακούραστος μελετητής του Ντεριντά Βαγγέλης Μπιτσώρης προσθέτει στη μετάφραση της διάλεξης του Ντεριντά μια ερμηνευτική σκευή σχεδόν διπλάσια του ίδιου του κειμένου, με σημειώσεις, επίμετρο και ένα ανεκτίμητο πολυσέλιδο ελληνογαλλικό και γαλλοελληνικό γλωσσάρι.

Αντιμετωπίζοντας έτσι τον Ντεριντά σαν κλασικό ή ακόμα και «ιερό» συγγραφέα, θέτει στο αναγνωστικό κοινό μια σοβαρή πρόκληση: περιπλέκει περισσότερο την ούτως ή άλλως δύσκολη επαφή του με «άλλο ένα στρυφνό βιβλίο του Ντεριντά», αλλά καθιστά εφικτή μια νέα αναγνωστική εμπειρία, μετατρέποντας ένα μικρό κείμενο του φιλοσόφου σε αληθινό υπερκείμενο της σκέψης του.