Το ίδιο απολαυστική με την πρώτη, αλλά για διαφορετικούς λόγους, ήταν η δεύτερη από τις τρεις συναυλίες του αφιερώματος στο τσέλο, με τίτλο «Τέσσερις νέοι Ελληνες βιολοντσελίστες», οι οποίες φιλοξενήθηκαν στην αίθουσα «Αρης Γαρουφαλής» του Ωδείου Αθηνών, στο πλαίσιο του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών.
Στις 3/7/2019, δύο τσελίστες πρόσφεραν ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον πρόγραμμα που γεφύρωσε με τολμηρότητα και αυτοπεποίθηση το τέλος της ρομαντικής παράδοσης με το παρόν και το πεδίο τής αμιγώς κλασικής μουσικής με αυτό της ροκ, της ποπ και της world music. Ή, για να το πούμε πιο υπαρξιακά: διήνυσαν και, ταυτόχρονα, γεφύρωσαν μουσικά την απόσταση από το εθνικό στο «ethnic»…
Στο πρώτο μέρος ο Ελληνας κλασικός τσελίστας Μιχάλης Χόιπελ ξεκίνησε ερμηνεύοντας τη «Σονάτα για σόλο τσέλο» (1948-53) του Λίγκετι, έργο από την αυγή της μοντερνιστικής δημιουργίας του κορυφαίου Ούγγρου μοντερνιστή, με φθίνουσες καταβολές στον ρομαντισμό και αισθητές επιδράσεις από Κόνταϊ και Μπάρτοκ. Παίζοντας με ορθοτονικά ασφαλή ήχο, ο Χόιπελ απέδωσε αβίαστα και με ακρίβεια τη γωνιώδη φραστική και τις τεταμένες αρμονίες της μουσικής.
Ακολούθησε η βαθιά στοχαστική «Σονάτα για σόλο τσέλο» (2004) της Αζερμπαϊτζανής Καντίγια Ζεϊλάνοβα, σύνθεση στην οποία δεσπόζει η βαρυτική έλξη των ταξιμιών του αραβικού/ανατολίτικου τροπικού ήχου που, όμως, χρησιμοποιείται ως εκφραστικό όχημα για τη δικαιωματική είσοδο της συνθέτριας στο διεθνοποιημένο πεδίο της έντεχνης μουσικής. Σε συναφές μήκος κύματος κινήθηκε και η πολύ παλαιότερη «Σουίτα για σόλο τσέλο» του Καταλανού τσελίστα Γκασπάρ Κασαντό (1897-1966).
Στο έργο αυτό ο διάσημος Βαρκελωνέζος σολίστας οικειοποιείται δημιουργικά τον παγιωμένα «σπανιόλικο» ήχο, συχνά αποδομώντας και αναδιατυπώνοντάς τον μέσα από το φίλτρο ενός δεξιοτεχνικού οίστρου που έχει συναντηθεί με τον μοντερνισμό της δεκαετίας του ’20. Αντιμέτωπος με μια παρτιτούρα υψηλών παραδοσιακών δεξιοτεχνικών απαιτήσεων ο Χόιπελ πρόσφερε μεστή, απολαυστική ερμηνεία, στην οποία η γλαφυρότητα απόδοσης των ποικίλων διαθέσεων ισορρόπησε με μια αλα-Μπαχ αποστασιοποίηση.
Ακολούθησαν τρία σύγχρονα κομμάτια μετα-εθνικοσχολικής έμπνευσης, στα οποία αντί το υλικό από τις λαϊκές/παραδοσιακές μουσικές να απορροφάται στο έντεχνο, η γραφή του τσέλου έγερνε προς την αντίθετη κατεύθυνση! Στο «Βαλς από τα Απαλάχια» του Μαρκ Ο’Κόνορ κυριαρχούσαν μνήμες από το αμερικάνικο λαϊκό βιολί, ενώ το «Μικρό λάχανο» από τους «Επτά κινέζικους σκοπούς» του Μπράιτ Σενγκ και ο «Χανιώτικος» από την «Κρητική σουίτα» της Εφης Μαρκουλάκη εμπλουτιζόταν με μνήμες από ανατολίτικα τροπικά ακούσματα.
Στο δεύτερο μισό της συναυλίας ο τσελίστας Φερνάντο Νίνα έπαιξε σειρά σύντομων συνθέσεων με χαρακτήρα μεταγραφής/οικειοποίησης, ευανάγνωστα εγγεγραμμένων σε αυτό που –απλουστεύοντας- θα αποκαλούσαμε περιοχή δράσης του διάσημου «Kronos Quartet». Ακούστηκαν δέκα σύντομα κομμάτια, τα περισσότερα εξ αυτών μεταγραφές, άλλοτε για σόλο τσέλο, άλλοτε για τσέλο και κρουστά και ένα εξ αυτών για δύο τσέλα.
Ο πολυβραβευμένος, ταλαντούχος Αλβανός τσελίστας/performer κινείται με εκπληκτική άνεση στον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στην αμιγώς κλασική μουσική, την τζαζ και τη world music, δημιουργώντας δικές του συνάψεις, διασυνδέσεις και εκφραστικές γέφυρες. Στο πολυσυλλεκτικό, ανοιχτό αυτό ιδίωμα κινήθηκαν οι δικές του συνθέσεις για σόλο τσέλο «Jungle», «Schizofrenia», καθώς επίσης το «Jasminarie» της Γουρζή και το «Alone» του Τζοβάνι Σολίμα. Ολα τους δόθηκαν σε δεξιοτεχνικά καλοφινιρισμένες εκτελέσεις που, ταυτόχρονα, διέθεταν την εξωστρεφή ενέργεια μιας ροκ συναυλίας.
Τα υπόλοιπα κομμάτια ήταν δημιουργικά οικειοποιημένες διασκευές διάσημων συνθέσεων: το «Bach Decon» και η «πειραγμένη» δική του ανάγνωσή της «Σαραμπάντας» από την «3η σουίτα» του Μπαχ, καθώς επίσης το «Purple rain» του Πρινς παίχτηκαν σόλο από τον ίδιο τον Νίνα, ενώ τα κομμάτια «Lambada», «Purple haze» του Τζίμι Χέντριξ και «Simone» του Νίνα αποδόθηκαν από τους Νίνα και Χόιπελ με συνοδεία από τον ντράμερ Ντάνιελ Παλαιοδήμο.
Η έξω από τα συνηθισμένα αυτή συναυλία ολοκληρώθηκε με το «With or without you» των U2 σε μεταγραφή για δύο τσέλα, για το οποίο οι δύο τσελίστες ένωσαν τις δυνάμεις τους επί σκηνής. Μια ενδιαφέρουσα, καλειδοσκοπικής ποικιλίας μουσική βραδιά, γεμάτη νεανική ενέργεια και (ανα)δημιουργική αυθάδεια.
