Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Υπάρχουν μυστηριακές σχέσεις μεταξύ της [εθνικής] γλώσσας και της λογοτεχνίας, μεταξύ της ευαισθησίας τού Είναι της πρώτης και της πλαστικότητας της δεύτερης. Το μεταξύ αυτό είναι φως και μουσική· ρίγος. Το βάρος της χώρας [του νοήματος] του συγγραφέα είναι ασήκωτο μεν -πώς να μιλήσεις εθνικά και ταυτόχρονα οικουμενικά;- επιβεβλημένο δε, άλλως δεν χρειάζεται να γράφει κανείς. Ο δημιουργός οφείλει είτε να ξαναγεννηθεί είτε να «ξαναγεννήσει» τη χώρα του· να νιώσει μέσα του το καθήκον αλλά και τον τάραχο που προκαλεί το παιγνίδι του χορού και του έρωτα – να ξαναμιλήσει, να αρθρώσει νέο λόγο, επίκαιρο, ζωντανό, αινιγματικό και ταυτόχρονα καθαρό.

Ο νέος λόγος λιανίζει τη λέξη, διαχωρίζει και συναρμολογεί τις συλλαβές, ακούει τον ήχο τους. Καλούνται οι ποιητές και οι συγγραφείς [εάν υπάρχουν ακόμη] να πλέξουν τις λέξεις και να τις μεταμορφώσουν έτσι ώστε να αντηχήσει στη γραφή και την ανάγνωση η ρίζα τους – για φαντάσου να ήταν μπορετό κάτι τέτοιο. Ωστε καλούνται οι καλοί δημιουργοί να αναπνεύσουν το άρωμα της γλώσσας που ευωδιάζει στα άνθη της γενέθλιας γης, να «στήσουν» ένα πανηγύρι με πρωταγωνιστή τον χορό της αέναης αγωνίας, του ασταμάτητου αγώνα της ανθρώπινης ύπαρξης.

Η σχολαστική γλώσσα δεν ποιεί ποίηση. Η ποίηση έχει αρχαία μάνα την προφορικότητα και τη λαϊκότητα, οφείλει να ψαχουλεύει και να ανιχνεύει τις αρχαίες σημασίες των κραυγών και των αναστεναγμών. Ας πάψουν να γράφουν όσοι ποιητές δεν είναι ποιητές [τρέχα γύρευε τι σημαίνει αυτό]. Ξένη γλώσσα φαντάζει η γλώσσα στην οποία γράφουν οι Ελληνες ποιητές [και οι Ελληνες κριτικοί – αυτό πού το πάμε;].

Να επανανοηματοδοτηθεί η πρωταρχία του ρήματος, της πράξης, του νοήματος. Μπουχτίσαμε από βασανισμένα και ταλαιπωρημένα «εγώ» και λοιπά – η γλώσσα θέλει σθεναρούς και αποφασιστικούς ποιητές, όχι γλυκανάλατες ατομικιστικές πομφόλυγες, βουτηγμένες δήθεν στον πόνο και τον στοχασμό, στη μοναξιά. Απουσιάζουν από αυτόν τον πόνο ο Αναξίμανδρος και το κενό των κιόνων του Παρθενώνα – τι να πεις; Την ηδύτητα της ανάγνωσης ψάχνει να βρει ο αναγνώστης, όπως η χώρα αναζητεί το βάρος [και το βάθος] του συγγραφέα.

Πώς να αντηχούσε αυτή η ηδύτητα μέσα μας [και στο «μέσα» της χώρας]; Πώς να αντιλαμβάνονταν οι ποιητές ότι η γλώσσα δεν είναι συμβατική, ότι τους ανήκει, αλλά δεν λένε να το καταλάβουν; Αρνούνται να συνειδητοποιήσουν οι καλοί ποιητές, που είναι και πολλοί, ότι είναι υποχρεωμένοι να μιλήσουν [με] τη γλώσσα του σώματος της χώρας. Το σώμα της χώρας έχει τη δική του γλώσσα, το δικό του ξεχωριστό αίμα. Δεν σκοτίζονται να ανακαλύψουν την εφηβεία της γραφής, τη μόνη επαναστατική περίοδο του γράφειν – καινούργια γλώσσα απαιτεί η ποίηση όχι νέα τοπία ή νέα πραγματικότητα. Η τοπογεωγρα- φία-ψυχογραφία μία είναι πάντα· η γλώσσα οφείλει να είναι νέο έργο.

Δεν μπορούν οι Ελληνες δημιουργοί να βγάλουν το πόδι τους [ή το χέρι τους] έξω από τον πλανήτη, ακριβώς διότι δεν γνωρίζουν τα όρια του Σύμπαντος, τα όρια του σώματός τους εννοείται. Και ποιος -εδώ που τα λέμε- γνωρίζει και ποιος μπορεί. Αγνωστοι αι βουλαί του κατασκευαστή ούτως ή άλλως. Κανείς πια δεν εργάζεται σαν μανιακός ή σχεδόν κανείς· το κοινωνικό εγώ έχει διασπαστεί. έχει αποσπαστεί από το μύχιο εγώ.

Τα τετράδια των ποιητών [μα, γράφουν σε τετράδια οι ποιητές;] δεν έχουν λοιπόν μνήμη, η γραφή έπαψε να είναι χειρωνακτική εργασία, δεν υπάρχουν μνημεία γραφής, αγάλματα ας πούμε, που όμως μπορούν να συνομιλούν, να κινούνται ακόμα. Ναι, η γραφή δεν είναι έργο τέχνης· πώς, διάβολε, συμβαίνει κάτι τέτοιο; Αλλά μάλλον συμβαίνει κάτι τέτοιο διότι οι συγγραφείς λησμόνησαν [ή δεν το έμαθαν ποτέ] ότι είναι οι ίδιοι, όφειλαν τουλάχιστον να είναι, έργο τέχνης.

Επίσης συμβαίνει και τούτο: πολλά βιβλία δεν έχουν γραφεί παρότι έχουν εκδοθεί, δεν έχουν ολοκληρωθεί εννοείται – ευτυχώς να λέμε, διότι έχουμε όλοι κάτι να περιμένουμε. Η ανάδειξη της ομορφιάς σ’ ένα βιβλίο προηγείται των σχεδίων [σχεδιασμών] του συγγραφέα. Η σάρκα του βιβλίου επιβάλλεται στο πνεύμα του. Δεν υπάρχει -το βλέπουμε δα- συνοχή στο μύχιο· ούτε καν στη μουσική [στον χορό] υπάρχει αρκετή συνοχή. Δεν μάθαμε τι σημαίνει Ελλάδα [και όχι Ελληνας]. Δεν ξέρουμε τι σημαίνει πάθος – τα πάθη [μας] δεν γράφουν [δεν σχεδιάζουν] βιβλία, οπότε ας μη μιλάμε και για το λυρικό κανό, που απαιτείται για τη συγγραφή.

Αστραποβολήματα και ρεύματα, μικρά θαύματα δηλαδή, δεν μετεωρίζονται, δεν λούζονται στο ελληνικό φως [διότι υπάρχει ελληνικό φως με ιδιαίτερες σκιάσεις και νοήματα, δεν μπορούμε αυτό να το παραβλέψουμε, να το ξεχάσουμε]. Μέσα σε αυτό το φως συμβαίνουν τα αινίγματα αλλά και αναβρύζουν οι λύσεις· η αποκρυπτογράφηση της γραφής [και της ανάγνωσης].