Θα ξεκινήσω απ’ το συμπέρασμα:
Η αξία όλων ανεξαιρέτως των δημιουργών του ρεμπέτικου και λαϊκού τραγουδιού, και του έργου τους, προκύπτει απ’ το γεγονός ότι, χάρη στο ταλέντο τους, η Ελλάδα, ο σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός, απέκτησε δικό του αυτόνομο, αύταρκες τραγούδι, υψηλοτάτου επιπέδου, που έρχεται απ’ τα βάθη της πολιτιστικής, φιλοσοφικής μας παράδοσης.
Και αποδεικνύεται απ’ το γεγονός ότι ελάχιστες χώρες της Δύσης, πλην της αγγλόφωνων, κυρίως, έχουν δικό τους, διακριτό τραγούδι που να αντέχει στον χρόνο, να τροφοδοτεί τη συνέχεια του τραγουδιού τους (σε μας, το λεγόμενο «έντεχνο», το ορθό βέβαια είναι «λόγιο», το «έντεχνο» είναι ανακριβές και υποτιμητικό) και να δηλώνει την ιδιοπροσωπία, την ταυτότητα αλλά και την ιστορική φιλοσοφική διαδρομή κάθε λαού, όπως το τραγούδι μας που εμφυσά, ταυτόχρονα, αυτοπεποίθηση και αυτοσεβασμό σ’ όποιον θέλει να το αντιληφθεί και να επωφεληθεί απ’ αυτό.
Δηλαδή, αν είχαμε επίγνωση του επιτεύγματος του λαϊκού τραγουδιού (και φυσικά του αρχαίου αλλά και σύγχρονου πολιτισμού μας) θα ήμαστε διαφορετικοί άνθρωποι. Με σοβαρότητα και αυτογνωσία. Λιγότερο ηττοπαθείς, σοφά διεκδικητικοί ως προς τα του εαυτού μας, Και ευγνώμονες προς όσους οφείλουμε να ευγνωμονούμε, όχι επειδή το χρειάζονται εκείνοι, αλλά επειδή το χρειαζόμαστε εμείς. Επειδή η ανθρώπινη πείρα διαβεβαιώνει ότι ευγνωμονώ και τιμώ σημαίνουν βελτιώνομαι και εξελίσσομαι.
Τι άλλο να πει κανείς για μια δημιουργία που δεν αλληθώρισε και δεν μιμήθηκε (στο συντριπτικά μεγάλο και καθοριστικό μέρος της), δεν ζητιάνεψε για αποδοχή, που βλάστησε και θέριεψε με νερό από δικά της αρτεσιανά και κοπριά από το χώμα των δικών της νεκρών, που δεν ζήτησε έγκριση ούτε καταδέχτηκε να δώσει διαπιστευτήρια στον αστικό, λόγιο πολιτισμό κι αντιμετώπισε επί ίσοις όροις την τραγουδιστική δημιουργία των ισχυρών κοινωνιών της Δύσης.
Ο προσφάτως θανών (17-6-2019) Στέλιος Βαμβακάρης ήταν συνεχιστής αυτής της αξεπέραστης δημιουργίας. Σήκωσε στους ώμους του το βαρύ όνομα του πατέρα του, δεν λύγισε, δεν το εκμεταλλεύθηκε, δεν το ντρόπιασε, αντιθέτως: έγραψε πολλά αξιόλογα τραγούδια που θα είχαν πολύ μεγαλύτερη απήχηση αν δεν ήταν γιος του Μάρκου, ενώ προχώρησε σε συνεργασίες με μουσικούς σύγχρονων ελληνικών και ξένων ρευμάτων. Στάθηκε αξιοπρεπής και περήφανος, δεν παρακάλεσε, δεν αλλαξοπίστησε, δεν έφυγε απ’ τη γειτονιά του, τηρώντας έναν λαϊκό ισχυρότατο κώδικα αξιών που δεν κατανοούν αλλά συχνά λοιδορούν οι γαλαντόμοι ζηλωτές/τιμητές της νεωτερικότητας, όπως άλλωστε δεν εκτιμούν, κατ’ ουσίαν, το λαϊκό τραγούδι, δυστυχώς γι’ αυτούς και τη σημασία τους, πολλοί εκπρόσωποι του λόγιου πολιτισμού.
Συχνά με το επιχείρημα ότι «τα πράγματα πρέπει να πάνε παρακάτω». Να πάνε, θα βοηθήσουμε. Αλλά πώς είναι δυνατόν άνθρωποι του πολιτισμού και να μη συνειδητοποιούν ότι πάντα ο πολιτισμός αναπτύσσεται στα διεσταλμένα ακρότατα όρια και στο μέγιστο δυνατό εύρος που ορίζει ο γεωμετρικός κανόνας: «εντός, εκτός και επί τα αυτά»;
Γι’ αυτό, νομίζω, ο Λουκάς Σαμαράς έχει βάλει σε δύο εικαστικά ταινιάκια του τα τραγούδια: «Στον Κάτω Κόσμο, ρε Λουκά, πεθάνανε τα δανεικά», των Ζαμπέτα – Αθα, και την «Ατακτη», του Μάρκου Βαμβακάρη, που ακούγονται όπου εκτίθενται τα έργα του, στο ΜΟΜΑ, στο Γιουγκενχάιμ ή όπου αλλού. Εκεί είναι η θέση τους, ας μην περιμένουμε να μας το πουν οι ξένοι, όπως με τα δημοτικά. Ελπίζω να διευκολύνω την προσέγγιση του λαϊκού τραγουδιού με τη μελέτη μου, «Τα Δεξιθάνατα Ζεϊμπέκικα», που ο πρώτος τόμος προγραμματίζεται να κυκλοφορήσει το 2021, μετά την ολοκλήρωση της μυθιστορηματικής τριλογίας μου: «Πένθος και Εξαρση – Εκτέλεση, Εκδίκηση, Καθαρμοί» (εκδ. Πατάκη).
Δεν έτυχε να γνωρίσω καλά τον πάντα ευγενικό και φιλικό Στέλιο Βαμβακάρη. Αλλά οι δημιουργοί κι οι τραγουδιστές είναι τα τραγούδια τους. Κι ο Στέλιος Βαμβακάρης κερδίζει τον βαθύ σεβασμό του χρόνου με το «Χαϊδάρι» και μόνο, ή τον «Επισκέπτη». Ακούστε το με τον ίδιο και με τον Μάλαμα και θα διαπιστώσετε τη διαφορά μεταξύ λαϊκού και λόγιου τραγουδιού/πολιτισμού.
Με τον θάνατο του Στέλιου Βαμβάκαρη, συνδετικού κρίκου μεταξύ της πρώτης γενιάς του ρεμπέτικου και της εποχής μας, έκλεισε βιολογικά ένας κύκλος σπουδαίας δημιουργίας. Αυτοί οι άνθρωποι μας έδωσαν χιλιάδες τραγούδια που θα τραγουδιούνται όσο και όπου υπάρχουν Ελληνες και εφόσον οι αστικές συνθήκες ζωής δεν αλλάξουν δραματικά. Χρειάζεται κάτι παραπάνω για να καταλάβουμε ότι όλη η Ελλάδα κι ο Ελληνισμός έπρεπε να κατευοδώσουν τον Στέλιο Βαμβακάρη, όπως έκανε ευτυχώς η πλειονότητα των συναδέλφων του, όλων των τάσεων.
Γιατί τους λαϊκούς δημιουργούς δεν θα τους μνημονεύουν απλώς, όταν ψάχνουν διψασμένοι για λίγη ανάταση, αλλά θα τους μελετάνε συστηματικά. Μπορεί και να κάνω λάθος. Καλόν Αδη, Στέλιο Βαμβακάρη. Κι όπως λέει το τραγούδι (Πέτρος Χάλαρης, Γιώργος Μάμος, Απόστολος Νικολαΐδης): «Στον Αδη ανταμώσανε κι ανέβηκαν τον πάλκο, οι δάσκαλοί μας οι παλιοί με αρχηγό τον Μάρκο. / Ο Μάρκος λέει την Ατακτη και οι νεκροί χορεύουν, κι όλοι τη Φραγκοσυριανή ν’ ακούσουνε γυρεύουν»…
«Οι νεκροί χορεύουν», τι είν’ αυτό; Πόσο παρακάτω να πάνε, δεν έχει άλλο, γυρίσαμε στις απαρχές από δικό μας καινούργιο δρόμο. Η μεταφυσική κι όχι η υπαρξιακή διάσταση χαρακτηρίζει κάθε μεγάλη δημιουργία.
