ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Βένα Γεωργακοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εχει ηλικία και ρυτίδες το χιπ χοπ; Εχει όρια και ταβάνι; Είναι μια κλειστή, κωδικοποιημένη γλώσσα, που θέλει δικούς της χώρους και ντύσιμο και μουσικές; Το κεφάλι κάτω, τα πόδια πάνω; Δεξιοτεχνία πάνω απ’ όλα; ‘Η μπορεί να φορέσει κοστούμια, να χορευτεί υπό τους ήχους Μότσαρτ και Φίλιπ Γκλας -όχι μόνο ηλεκτρονική μουσική πια- από ένα κορ ντε μπαλέ έντεκα ανδρών, να αποκτήσει εκλεπτυσμένη δραματουργία, να φωτιστεί μαγικά και σύνθετα, να σκηνοθετηθεί μέσα σε εσωτερικούς αστικούς χώρους με τραπέζια και πολυθρόνες που χορεύουν κι αυτά, να πλημμυρίσει ποίηση και συναίσθημα, να δοκιμάσει και άλλες κινήσεις, από κατάκ και τάι τσι μέχρι την αφαίρεση και ελευθερία του σύγχρονου χορού; Ε, λοιπόν, μπορεί. Και, όταν το μπορεί, ενθουσιάζει.

Ορθιο και θερμό όσο ποτέ τα τελευταία χρόνια το κοινό, που είχε γεμίσει ασφυκτικά επί δύο συνεχή βράδια, Παρασκευή και Σάββατο, το Μέγαρο Χορού αποθέωσε την ομάδα Accrorap του Γαλλοαλγερινού Καντέρ Ατού, διευθυντή του Εθνικού Κέντρου Χορογραφίας της Ροσέλ. Εφερε στο 25ο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας το έργο «Τhe Roots», που ταξιδεύει σε όλο τον κόσμο, Αμερική και Ευρώπη. Και ήταν αυτή η εντυπωσιακή ωδή στο χιπ χοπ και την καλλιτεχνική του ευελιξία και αντοχή η καλύτερη έναρξη σε ένα φεστιβάλ σύγχρονου χορού, που βρίσκεται σε κρίσιμο σταυροδρόμι. Να ανανεωθεί, να κερδίσει νέο κοινό και, συγχρόνως, να διατηρήσει το κύρος και τη σοβαρότητά του στον ευρωπαϊκό και -γιατί όχι;- τον παγκόσμιο χάρτη.

Η Λίντα Καπετανέα, η νέα καλλιτεχνική του διευθύντρια, άλλης γενιάς και εύρους από την ιδρύτρια του θεσμού Βίκυ Μαραγκοπούλου, επιχειρεί για δεύτερο καλοκαίρι να κερδίσει το -και προσωπικό της- στοίχημα. Το ικανοποιημένο και χορτασμένο από ποικιλία θεαμάτων κοινό του πρώτου τριημέρου είναι ένα καλό σημάδι, πόσο μάλλον που το φεστιβάλ έχει ακόμα δρόμο μπροστά του, μέχρι και την Κυριακή, με το μεγάλο αστέρι του προγράμματος, την ομάδα του Ακραμ Καν, να κλείνει τις εκδηλώσεις με το «Until the Lions».

Εκεί θα χορεύει και η Τζόι Αλπουέρτο Ρίτερ, η καλλονή Φιλιππινέζα, γεννημένη στη Νέα Υόρκη και μεγαλωμένη στο Βερολίνο, που ήδη είναι το πρόσωπο του φεστιβάλ, πανταχού παρούσα και αναγνωρίσιμη. Κάνει ένα από τα εργαστήρια της διοργάνωσης, χόρεψε παρέα με τον Γερμανό breakdancer Λούκας Στέλτνερ χθες βράδυ στη μεγάλη υπαίθρια σκηνή της κεντρικής πλατείας, όπου τα δωρεάν θεάματα, λίγο ελαφρά, του «δρόμου», ζωηρά και άμεσα, ψυχαγωγούν το κοινό και το δελεάζουν προς το Μέγαρο Χορού. Αλλά, κυρίως, έδωσε την καταδική της παράσταση στο στούντιο του Μεγάρου, εκεί όπου φιλοξενούνται τα πιο μικρά (και απαιτητικά) έργα.

Η Τζόι Αλπουέρτο Ρίτερ, χωρίς ακριβώς κανείς να το περιμένει, έκανε τη μεγάλη έκπληξη με μια τελετουργία μαγείας. «Babae», ο τίτλος της, που στα φιλιππινέζικα σημαίνει γυναίκα. Η νεαρή χορεύτρια εμπνεύστηκε από μια μεγάλη, αν και αμφιλεγόμενη λόγω της σχέσης της με τον ναζισμό, Γερμανίδα χορογράφο, την εξπρεσιονίστρια Μέρι Γουίγκμαν, που έχει επηρεάσει πολλές κυρίες, από τη Μάρθα Γκράχαμ μέχρι την Πίνα Μπάους.

Αυτή άφησε κληρονομιά στον σύγχρονο χορό μια ολόκληρη κινησιολογία της γυναίκας μάγισσας, την οποία η Αλπουέρτο Ρίτερ πήρε και μετέτρεψε σε προσωπική της υπόθεση. Της πρόσθεσε έντονο φιλιππινέζικο χρώμα, πινελιές σύγχρονου χορού ακόμα και χιπ χοπ. Κυρίως, όμως, της έδωσε το πάθος και τη δύναμή της. Πότε με τα μαλλιά ριγμένα μπροστά στο πρόσωπο, καθισμένη κάτω, με μόνο τις άκρες των ποδιών και των χεριών της να κινούνται με μια απίστευτη τεχνική και δεξιοτεχνία. Πότε όρθια, δυναμική, εκρηκτική και σε έκσταση, η πανέμορφη μάγισσα του «Babae» σκόρπισε τα ξόρκια, που έκανε πάνω από τα πήλινα δοχεία της, σε ολόκληρη τη βουβή και συνεπαρμένη μικρή αίθουσα, που ξέσπασε σε «μπράβο» και ιαχές.

Παραδίπλα, στα Παρασκήνια της Κεντρικής Σκηνής, άλλου είδους μυσταγωγία για ακόμα πιο ταμένους θεατές. Ο κορυφαίος Γιόζεφ Νατζ, θρύλος του ευρωπαϊκού χορού και με μεγάλο έργο πίσω του, έχει παραδοθεί τα τελευταία χρόνια σε μια πιο προσωπική έρευνα, ένα ελεύθερο πείραμα που συνδυάζει την αγαπημένη του φωτογραφία, τα εικαστικά και τη σωματική έκφραση. Η εικοσάλεπτη «Μmemosyne», που παρουσίαζε στην Καλαμάτα τέσσερις φορές τη μέρα, από το μεσημέρι μέχρι αργά το βράδυ, ήταν ένα μαύρο κουτί, μια camera obscura, τελετουργία ζωής, μνήμης και θανάτου.

Ακόμα και τα παιδιά έχουν, έστω στην κόψη του χωραφιού, τη δική τους παράσταση στο φεστιβάλ, αφού η ομάδα Kabinet K αποδείχτηκε ότι έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να τα εμπλέκει στη δουλειά της και να απευθύνεται σε όλη την οικογένεια με το σθένος και την τόλμη του σύγχρονου (βελγικού, φυσικά) χορού.

Τέσσερα αξιοθαύμαστα παιδιά, από 7 μέχρι 13 χρόνων, και τρεις ενήλικες νεαροί χορευτές πέρασαν στο «Invisible», στην Κεντρική Σκηνή το Μεγάρου, από όλα τα στάδια της δυσλειτουργικής καθημερινότητάς μας μέσα σε ένα άγριο σκηνικό περιβάλλον εγκατάλειψης και φτώχειας. Από τον θυμό, τη βία και τη διεκδίκηση, μέχρι την τρυφερότητα και την ελπίδα.

Τα τρισχαριτωμένα παιδάκια έτρωγαν αργά το βράδυ στην πλατεία και έφευγαν συνοδευμένα πάντα από μια κυρία. Αυτό το τελευταίο, γιατί πολλοί θεατές αναρωτήθηκαν, όπως πέρυσι και στο Φεστιβάλ Αθηνών με την ευκαιρία του «Enfant» (Παιδί) του Mπορίς Σαρμάτζ, πώς και πότε μπορούν παιδιά να παίρνουν μέρος σε επαγγελματικές παραστάσεις, που μάλιστα ταξιδεύουν σε ξένα φεστιβάλ.