Tα χρώματα ήταν οι «βιταμίνες» του, το ψαλίδι και το χαρτί τα «παιχνίδια» του, όπως μου έλεγε στις συζητήσεις μας για την «Ελευθεροτυπία» ο Παύλος Διονυσόπουλος, ο διεθνής εικαστικός Pavlos, ο καλλιτέχνης των «μαγικών κομφετί», που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 89 ετών.
Η κηδεία του έγινε χθες στα Φιλιατρά, τη γενέτειρά του, απ’ όπου ξεκίνησε το δικό του success story για να κατακτήσει με τα πρωτότυπα, ευφάνταστα έργα του πρώτα το Παρίσι, μετά την Ευρώπη και να γίνει ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους και ακριβοπληρωμένους καλλιτέχνες, χωρίς ποτέ να χάσει την ποιότητα και την έμπνευσή του.

Ο Παύλος Διονυσόπουλος σπούδασε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και με υποτροφία πήγε στο Παρίσι, όπου εγκαταστάθηκε μόνιμα τη δεκαετία του 1960. Εκεί γνώρισε σημαντικούς καλλιτέχνες όπως οι Σεζάρ, Τζακομέτι, Κάλντερ, Ντιμπιφέ και τον κριτικό τέχνης Πιερ Ρεστανί, έγινε ένας από τους εκφραστές του ρεύματος των Νέων Ρεαλιστών, άρχισε να απομακρύνεται από τη ζωγραφική του τελάρου και στράφηκε προς τα ευτελή καθημερινά υλικά του σύγχρονου πολιτισμού.
Αρχικά έκοβε σελίδες περιοδικών σε λεπτές λωρίδες, ώσπου μια μέρα, στο μετρό του Παρισιού, ανακάλυψε τις αφίσες. Το χαρτί έμελλε να γίνει στα χέρια του Παύλου μαγικό ραβδί, σχηματίζοντας έργα-πολύχρωμα αντικείμενα καθημερινής χρήσης, όπως καρέκλες, τραπέζια, ποτήρια, ενδύματα όπως κοστούμια, παλτά και γραβάτες, ακόμα και ολόκληρους κήπους με δέντρα, φυτά και παγκάκια…

«Γκρέμισα τα σύνορα που έχουν βάλει οι άνθρωποι μεταξύ ζωγραφικής και γλυπτικής. Εμένα η δουλειά μου είναι ζωγραφική και γλυπτική συγχρόνως», έλεγε ο ίδιος. «Λένε βλακωδώς ότι ο Μπέικον είναι καλύτερος από τον Τζακομέτι. Οχι! Είναι ποτέ δυνατόν; Γιατί είναι καλύτερος, αφού δεν έχουν καμία σχέση; Είναι δύο προσωπικότητες που δεν έχουν κοινό σημείο. Είναι και οι δύο μεγάλοι καλλιτέχνες. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να εκφράσεις το γούστο σου και να πεις “εμένα μου αρέσει περισσότερο ο Μπέικον”. Τίποτε άλλο!».
Για πρώτη φορά ο Παύλος έδειξε τη δουλειά του στο Σαλόνι τον Νέων Ρεαλιστών το 1963, ακολούθησαν πολυάριθμες εκθέσεις σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, στην Ελλάδα αλλά και την Αμερική. Το 1972 οργανώθηκε αναδρομική παρουσίαση του έργου του στο Kunstverein, στο Ανόβερο και το 1997 στη Σχολή Καλών Τεχνών στην Αθήνα. Εξίσου αισθητή ήταν η παρουσία του στις Μπιενάλε της Αλεξάνδρειας το 1958, του Παρισιού το 1965 και το 1978, της Βενετίας το 1980, στα Ευρωπάλια το 1982.
Το 1973 ο Παύλος έκανε ένα μεγάλο χάπενινγκ στο Μουσείο Φόλκβανγκ της Γερμανίας και χρησιμοποίησε χαρτοπόλεμο ως σύμβολο γιορτής. Θέλοντας να ξαφνιάσει το κοινό, ζήτησε να του φτιάξουν μια κόλλα που δεν στεγνώνει γρήγορα και σχεδίασε στους τοίχους σκηνές αόρατες, οι οποίες έγιναν ορατές όταν ο κόσμος έριξε στον τοίχο χαρτοπόλεμο. Ενα τέτοιο χάπενινγκ έγινε και στην Αθήνα το 2000, όταν έφτιαξε τους «Ποδοσφαιριστές» για τον σταθμό του μετρό στην Ομόνοια. Η τελευταία του έκθεση ήταν τον περασμένο Ιανουάριο στη νεοσύστατη γκαλερί Roma της Αθήνας.
Οπως έχει γράψει ο Ρεστανί, ο Παύλος «έζησε τη συναισθηματική πλήρωση της εποχής του και πορεύθηκε με ευκολία στην άλλη όψη της τέχνης μεταξύ νεο-ρεαλισμού και pop-art, αυτός ο καλλιτέχνης του καιρού του, ο οποίος τα έχει καλά με τον εαυτό του, παρέμεινε το παιδί των Φιλιατρών, που μαγεύεται πάντα από τις απλές χαρές της ζωής και που κάνει καλά αυτό που θέλει να κάνει».
