ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Βένα Γεωργακοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενα κύμα νοσταλγίας και αναμνήσεων απλώθηκε χθες σε όλο τον κόσμο για κάποια σκίτσα, κόμικς, αφίσες, παζλ και βιβλία που κυριαρχούσαν τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, από την Αθήνα μέχρι το Τόκιο, από το Παρίσι μέχρι το Μπουένος Αϊρες. Τη γενέτειρά του. Γιατί πέθανε το Σάββατο, στα 86 του χρόνια, στην τουριστική πόλη της Παλμανόβα, στη Μαγιόρκα της Ισπανίας, ο Αργεντίνος σκιτσογράφος και κομίστας Γκιγέρμο Μορντίγιο.

Με ένα εντελώς αναγνωρίσιμο στιλ, καθαρό στο σχέδιο, ανοιχτό και εύκολο στην κατανόηση και συγχρόνως ποιητικό, με λεπτό χιούμορ και σουρεαλιστικές καταστάσεις, χωρίς ποτέ να χρησιμοποιήσει ούτε μια λέξη, ο Μορντίγιο έπιανε θέματα πανανθρώπινα, καταστάσεις υπαρξιακές, αλλά και καθημερινές.

Ηρωες είχε ποδοσφαιριστές, πολλούς ποδοσφαιριστές, αφού αγαπούσε πολύ το ποδόσφαιρο, κάτι καμηλοπαρδάλεις με λαιμό που δεν έλεγε να τελειώσει, ερωτευμένα ζευγάρια, υπέρβαρους ελέφαντες. Τον αγάπησαν οι νέοι, στόλισαν μ’ αυτόν τετράδια και τοίχους δωματίων. Ενέπνευσε γενιές σκιτσογράφων, που τώρα τον αποχαιρετούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Φορτώθηκε μεγάλα βραβεία και το 1980 έγινε πρόεδρος της Διεθνούς Ενωσης Δημιουργών Κόμικς και Κινουμένων Σχεδίων, που έχει την έδρα της στη Γενεύη. Εκανε, όμως, μόλις τρεις εκθέσεις (στο Παρίσι, τέλη δεκαετίας του ’60, στη Βαρκελώνη και στην Πάλμα ντε Μαγιόρκα στα τέλη του ’80).

Η πορεία προς την καθιέρωσή του ήταν μακρά και πέρασε από διάφορες φάσεις και επαγγέλματα. Γεννήθηκε τον Αύγουστο του 1932 από γονείς ισπανικής καταγωγής σε μια ταπεινή γειτονιά του Μπουένος Αϊρες και από μικρός είχε δύο μανίες: το σχέδιο και το ποδόσφαιρο. Λάτρευε τον Μπάστερ Κίτον και τον Γουόλτ Ντίσνεϊ. Σπούδασε σε μια σχολή για σκιτσογράφους, αλλά η πρώτη του δουλειά ήταν η διαφήμιση, μέχρι να καταφέρει να αποκτήσει στα 20 του χρόνια το δικό του στούντιο κινουμένων σχεδίων. Αναγκάστηκε, όμως, όπως πολλοί άλλοι Αργεντίνοι καλλιτέχνες της εποχής, να εγκαταλείψει τη χώρα του για να γλιτώσει από το πραξικόπημα του 1955, που έριξε τον Περόν. Κατέφυγε πρώτα στο Περού (Λίμα), στη συνέχεια στη Νέα Υόρκη και κατέληξε το 1963 στο Παρίσι, όπου και ολοκληρώθηκε ως καλλιτέχνης.

Στην αρχή κέρδιζε το ψωμί του δουλεύοντας στη διαφήμιση, αλλά σκίτσα και γελοιογραφίες του άρχισαν να εμφανίζονται όλο και πιο συχνά σε καλά περιοδικά, όπως το Marie Claire και το Paris Match, αλλά και πιο ειδικευμένα. Σε δύο χρόνια η δουλειά του βγήκε από τα σύνορα της Γαλλίας, με πρώτη κατάκτηση το γερμανικό κοινό και στη συνέχεια το φαινόμενο Μορντίγιο εξαπλώθηκε στον κόσμο.

Τα τελευταία χρόνια μοίραζε τη ζωή του ανάμεσα σε Μαγιόρκα και Μονακό -είχε παντρευτεί στο Παρίσι την Αμπάρο Καμαράσα και είχαν δύο παιδιά. Μέχρι την τελευταία μέρα της ζωής του, λένε οι συγγενείς και οι φίλοι του, σηκωνόταν το πρωί και σχεδίαζε ενώ δεν είχε πάψει να πειραματίζεται με άλλα υλικά και να κάνει σχέδια.