Με τονωτική «ένεση» 4,6 εκατ. ευρώ, που εξασφάλισε η Περιφέρεια Αττικής, μπαίνουν στο τελικό στάδιο τα έργα στο κτιριακό συγκρότημα της Εθνικής Πινακοθήκης. Η διαχρονική «κιβωτός της τέχνης», που διαθέτει περισσότερα από 20.000 σπουδαία έργα και έκλεισε στις αρχές του 2013 για να ανακαινιστεί, προβλέπεται να ανοίξει και πάλι τις πύλες της στο κοινό το καλοκαίρι του 2020. Την προγραμματική σύμβαση, που σηματοδοτεί την εκταμίευση των κονδυλίων από το ΕΣΠΑ, συνυπέγραψαν η περιφερειάρχης Ρένα Δούρου, η γενική γραμματέας του υπουργείου Πολιτισμού Μαρία Βλαζάκη και η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης-Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου, Μαρίνα Λαμπράκη-Πλάκα.
Το υφιστάμενο κτίριο των 9.720 τετραγωνικών ενισχύεται με επιπλέον 11.000 τετραγωνικά, που θα του επιτρέψουν να αυξήσει τους εκθεσιακούς χώρους αλλά και τις υπόλοιπες υποδομές που είναι απαραίτητες σε μια σύγχρονη Πινακοθήκη. Με τον υπερδιπλασιασμό της επιφάνειάς του αποκτά πρόσθετους εκθεσιακούς χώρους 2.230 τετραγωνικών, σύγχρονες αποθήκες έργων τέχνης 1.645 τετραγωνικών, αμφιθέατρο 350 θέσεων, χώρους εκπαιδευτικών προγραμμάτων, αίθουσα υποδοχής η οποία, εκτός από το εκδοτήριο εισιτηρίων και το βεστιάριο, θα διαθέτει μεγάλο πωλητήριο και σαλόνι ψηφιακής πληροφόρησης.
Εθνική Πινακοθήκη-Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου
Θα έχει επίσης επαρκείς και τέλεια εξοπλισμένους χώρους για τα σύγχρονα εργαστήρια συντήρησης, γραφεία διοίκησης, βιβλιοθήκη που αναπτύσσεται σε δύο ορόφους, δύο καφέ-εστιατόρια, ράμπες κυκλοφορίας των επισκεπτών, πρόσβαση σε ΑμεΑ, τα απαραίτητα ασανσέρ και κλιμακοστάσια.
Το αρχικό κτίριο της Εθνικής Πινακοθήκης, που αναπτύσσεται ανάμεσα στη Β. Κωνσταντίνου και τη Μιχαλακοπούλου, αποτελεί χαρακτηριστικό έργο του μοντέρνου κινήματος. Σχεδιάστηκε από τους σπουδαίους αρχιτέκτονες και πανεπιστημιακούς καθηγητές Παύλο Μυλωνά, Δημήτρη Φατούρο και Νικόλαο Μουτσόπουλο, από τους οποίους ο τελευταίος αποχώρησε αργότερα. Θεμελιώθηκε το 1964, αλλά ολοκληρώθηκε και εγκαινιάστηκε το 1976. Πέρα από την αρχιτεκτονική του αξία, για την οποία συγκαταλέγεται ανάμεσα στα 100 σπουδαιότερα κτίρια που κατασκευάστηκαν στην Ελλάδα στον 20ό αιώνα, ξεχωρίζει για την πρωτοποριακή χρήση του μπετόν.
Η προσθήκη ορόφου στην πτέρυγα προς τη Μιχαλακοπούλου είχε προβλεφθεί από την αρχική μελέτη. Τα σχέδια όμως εγκρίθηκαν το 2006 και οι εργασίες κατασκευής ξεκίνησαν στα τέλη του 2014. Το υπουργείο Πολιτισμού έχει διαθέσει 31 εκατ. ευρώ, ενώ η δωρεά του Ιδρύματος Σταύρος Νιάρχος ανέρχεται σε 13 εκατ. ευρώ. Τα 4,6 εκατ. που εξασφάλισε η Περιφέρεια Αττικής θα διατεθούν για την υλοποίηση της μουσειογραφικής μελέτης, το πιο σημαντικό βήμα για την επαναλειτουργία της Εθνικής Πινακοθήκης. Το νέο στίγμα της θα δίνει το μνημειακών διαστάσεων έργο του Παναγιώτη Τέτση «Λαϊκή Αγορά» που θα κυριαρχεί στην αίθουσα υποδοχής.
Η μουσειογραφική μελέτη, που είχε ανατεθεί το 2016 στον αρχιτέκτονα Γιώργο Παρμενίδη και έχει εγκριθεί ομόφωνα από το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων, φαίνεται όμως ότι θα προκαλέσει νέες… αναταράξεις στην εξέλιξη των έργων. Με επιστολή τους προς το υπουργείο Πολιτισμού, τη διοίκηση της Εθνικής Πινακοθήκης και το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, το γραφείο Γραμματόπουλου-Πανουσάκη, το οποίο το 2008 είχε αναλάβει την αρχιτεκτονική μελέτη, κάνει λόγο για «ανορθόδοξες και επιζήμιες για το έργο ενέργειες».
Αναφέρει ότι η μουσειογραφική προμελέτη έγινε με τη συναίνεση του αρχιτεκτονικού γραφείου, προσθέτει όμως ότι υπήρξαν προβλήματα συνεργασίας κατά την εκπόνηση της οριστικής μελέτης, η οποία υποβλήθηκε σε δύο φάσεις. Σύμφωνα με το αρχιτεκτονικό γραφείο, στην πρώτη φάση της υπήρξε συνεργασία με τον Γ. Παρμενίδη, αλλά ο τελευταίος φέρεται να προχώρησε μόνος του στο επόμενο βήμα.
Η μελέτη εφαρμογής εγκρίθηκε πριν από έναν χρόνο, αλλά στην επιστολή αναφέρεται ότι εκπονήθηκε «ερήμην ημών» και προσθέτει: «Επέφερε πληθώρα μεταβολών της αρχιτεκτονικής μας μελέτης (2009), τόσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερική μορφή και διάταξη του κτιριακού συγκροτήματος, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται σοβαρά προβλήματα αισθητικής, τεχνικής και λειτουργικής αρτιότητας». Με αυτά τα δεδομένα, το γραφείο Γραμματόπουλου-Πανουσάκη τάσσεται υπέρ της εκπόνησης νέας μουσειογραφικής μελέτης, για την οποία σημειώνει ότι «οφείλει να έχει ως μόνο και αποκλειστικό αντικείμενο την οργάνωση του τρόπου έκθεσης των εικαστικών έργων».
Η «Εφ.Συν.» επικοινώνησε με το υπουργείο Πολιτισμού και οι αρμόδιοι επιβεβαίωσαν ότι έχουν γίνει κάποιες αλλαγές, για τις οποίες όμως αναφέρουν πως ήταν επιβεβλημένες για λόγους ασφάλειας των σπουδαίων εκθεμάτων και από τις τεχνολογικές εξελίξεις που έχουν σημειωθεί στη δωδεκαετία που έχει περάσει από την ολοκλήρωση και έγκριση των αρχιτεκτονικών μελετών. Πρόσθεσαν επίσης ότι θα δοθεί αναλυτική απάντηση σε όλα τα τεχνικά θέματα που θέτει με την επιστολή του το αρχιτεκτονικό γραφείο.
