Μετά την άρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη να συναινέσει στην κοινή επιλογή του εισαγγελέα και του προέδρου του Αρείου Πάγου από το σύνολο των προτεινόμενων ανωτάτων δικαστικών, για τους οποίους μάλιστα έχει ήδη συναινέσει στη Βουλή, εκδόθηκε η ακόλουθη ανακοίνωση: «Η κυβέρνηση, παρά το γεγονός ότι έχει τη συνταγματική αρμοδιότητα αλλά και τη νομική υποχρέωση να προχωρήσει στον ορισμό της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, μετά και την προεπιλογή της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής, κάλεσε τη Ν.Δ. στο τραπέζι του διαλόγου για να βρεθεί συναινετική λύση.
»Η άρνηση της Ν.Δ. στη συναινετική πρόταση της κυβέρνησης επιβεβαιώνει πως ουδόλως την ενδιαφέρει η τήρηση της συνταγματικής νομιμότητας. Οι μάσκες έπεσαν για τη Ν.Δ. Δεν θέλουν τη συναινετική επιλογή, δεν θέλουν την τήρηση του νόμου και του Συντάγματος. Γιατί άραγε; Ποιος έχει λόγο να αρνείται τη συναινετική επιλογή; Και τι σχέση μπορεί να έχει αυτή η σπουδή της Ν.Δ. με τις ανοιχτές δικαστικές υποθέσεις στελεχών της; Τα συμπεράσματα τα βγάζει ο ελληνικός λαός».
Οι εξελίξεις
● Με κατευθυνόμενες πιέσεις και fake news ξεκίνησε η χθεσινή, τέταρτη κατά σειρά ημέρα της πολιτικής διαμάχης σχετικά με την επικείμενη επιλογή του προέδρου και του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από το υπουργικό συμβούλιο.
Συνεχίζονται τα fake news από τα «γαλάζια» ΜΜΕ σχετικά με τις αλλαγές στην ηγεσία της δικαιοσύνης
Αφού επιστρατεύτηκαν πολιτικοί, συνταγματολόγοι και δημοσιογράφοι προκειμένου να ενορχηστρώσουν και να τεκμηριώσουν την πολιτική τους διαφωνία σε μια απολύτως σύμφωνη με τον νόμο κυβερνητική απόφαση, πολλοί κατέφυγαν χθες στις εικασίες για τη στάση του Προέδρου της Δημοκρατίας, που κατά τις «πληροφορίες» τους δεν θα επέτρεπε αυτή την «καταδολίευση»!
Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και μετά τη διάψευση περί δήθεν παρέμβασης του ΠτΔ μεγάλος αριθμός ιδιωτικών ΜΜΕ απέφυγαν να επανορθώσουν. «Δεν υπήρξε καμία επαφή με κανέναν. Τα όσα διοχετεύθηκαν στον Τύπο δεν μας αφορούν», ήταν το σχόλιο από πηγές της Προεδρίας.

● Στη συνέχεια δόθηκε στη δημοσιότητα η επιστολή του υπουργού Δικαιοσύνης Μιχ. Καλογήρου προς τον Κυρ. Μητσοτάκη με την οποία του ζήτησε να υπάρξει συναίνεση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης:
«Σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος και του Κώδικα Οργάνωσης Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών, στις 3 Μαΐου 2019 κινήθηκε η διαδικασία για την πλήρωση των θέσεων Προέδρου και Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου και τριών Αντιπροέδρων του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες πρόκειται να κενωθούν την 30ή Ιουνίου. Η Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής έδωσε τη γνώμη της εντός του μήνα, μετά από ψηφοφορία μεταξύ των μελών της, και με τη συμμετοχή εκπροσώπων όλων των Κοινοβουλευτικών Ομάδων. Ενώπιον της Διάσκεψης των Προέδρων εμφανίσθηκαν οι προεπιλεγέντες, μέλη των Ανωτάτων Δικαστηρίων που κοσμούν τη Δικαιοσύνη […] Σε ανακοίνωση του κόμματός σας εκφράστηκε η διαφωνία σας ως προς την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής, με το σκεπτικό ότι η απόφαση για την επιλογή δικαστικών λειτουργών στην ηγεσία των Ανωτάτων Δικαστηρίων “θα δεσμεύσει τη χώρα για τα επόμενα χρόνια”.
»Παρά το γεγονός ότι δεν υφίσταται κανένα συνταγματικό ή νομικό κώλυμα για την ολοκλήρωση της εκκρεμούς διαδικασίας […] επειδή θεωρώ κοινή θεσμική υποχρέωση να αποτραπεί η εντύπωση ότι η επιλογή της ηγεσίας των Ανωτάτων Δικαστηρίων της χώρας συνιστά “δέσμευση” οποιασδήποτε κυβέρνησης, σας εκφράζω τη βούληση της Κυβέρνησης να επιλεγούν ο επόμενος Πρόεδρος και Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου και οι τρεις Αντιπρόεδροι του Συμβουλίου της Επικρατείας από το Υπουργικό Συμβούλιο μετά από συμφωνία με την Αξιωματική Αντιπολίτευση, τιμώντας έτσι τους δικαστικούς λειτουργούς που έχουν ήδη προεπιλεγεί, δίνοντας ταυτόχρονα και ένα ισχυρό μήνυμα συναίνεσης στο συνταγματικό αυτονόητο του σεβασμού μας προς την ανεξάρτητη Δικαιοσύνη».
● Ακολούθησε η δήλωση της πρόεδρου του ΚΙΝ.ΑΛΛ. Φώφης Γεννηματά, που συντάσσεται με τις απόψεις που εκφράζουν εδώ και τέσσερις ημέρες τα στελέχη του κινήματος σε πλήρη ταύτιση με τη Ν.Δ.:
«Η δικομματική συμφωνία ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ. ούτε αντιμετωπίζει ούτε διορθώνει τη θεσμική ακροβασία που επιχειρείται.
»Η διασφάλιση της ανεξαρτησίας και του κύρους της Δικαιοσύνης απαιτεί αξιοκρατική επιλογή για την ηγεσία της με ευρύτερη συναίνεση.
Τα δικομματικά παιχνίδια με τη Δικαιοσύνη πρέπει τώρα να σταματήσουν».

● Λίγες ώρες αργότερα εκδόθηκε η αρνητική απάντηση της Ν.Δ. από τον τομεάρχη Δικαιοσύνης Νίκο Παναγιωτόπουλο:
«Σχετικά με το αίτημά σας να προχωρήσει η διαδικασία πλήρωσης θέσεων ανωτάτων δικαστικών λειτουργών, το οποίο κι ο ίδιος συνομολογείτε ότι εγείρει πολιτικό ζήτημα, είναι αυτονόητο ότι η Νέα Δημοκρατία δεν είναι δυνατόν να συναινέσει σε μια εξόφθαλμα αντιθεσμική διαδικασία.
»Γνωρίζετε άλλωστε ότι την άποψη αυτή έχουν ήδη διατυπώσει δημοσίως διακεκριμένοι συνταγματολόγοι και καθηγητές Νομικής, χαρακτηρίζοντας «προκλητική περιφρόνηση του Συντάγματος ως προς το πνεύμα και το γράμμα του» τον διορισμό της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων από μια κυβέρνηση η οποία προκηρύσσοντας εθνικές εκλογές επί της ουσίας έχει ήδη παραιτηθεί. Ο διορισμός της ανώτατης Δικαιοσύνης από την παρούσα κυβέρνηση θα ήταν πράξη αντισυνταγματική και παράνομη. Αντισυνταγματική γιατί μια κυβέρνηση που έχει προκηρύξει εκλογές είναι επί της ουσίας υπηρεσιακή και ως εκ τούτου μπορεί να προβαίνει μόνον σε πράξεις διαχείρισης τρεχουσών υποθέσεων εν όψει των εκλογών. Και παράνομη διότι ο νόμος 2190/94 ρητά απαγορεύει, κατά την προεκλογική περίοδο, οποιονδήποτε διορισμό σε θέση δημοσίου υπαλλήλου ή λειτουργού, πολλώ δε μάλλον στην ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων […]
»Τέλος, όπως προφανώς αντιλαμβάνεστε και εσείς, τυχόν παράνομη επιλογή των ανωτάτων δικαστικών όπως αυτή που προτείνετε, θα οδηγούσε σε βέβαια ακύρωση του σχετικού προεδρικού διατάγματος από το Συμβούλιο της Επικρατείας και, συνεπώς, η Νέα Δημοκρατία δεν θα μπορούσε να διακινδυνεύσει τη νομιμότητα των αποφάσεων που θα εκδοθούν στο μέλλον από τα ανώτατα δικαστήρια».
● Τέλος, το βράδυ εκδόθηκε η ανακοίνωση του υπουργού Δικαιοσύνης Μιχάλη Καλογήρου λίγο μετά τη συνέντευξή του στον Αντ. Σρόιτερ στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων της τηλεόρασης του Alpha:
«Είναι γνωστό ότι σήμερα το πρωί απέστειλα επιστολή στον Πρόεδρο της Νέας Δημοκρατίας αναφορικά με τον ορισμό της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων. Με την κίνηση αυτή δεν αμφισβητούνταν η εξουσία της κυβέρνησης να ορίσει η ίδια όπως προβλέπεται ρητά στο Σύνταγμα την ηγεσία των ανωτάτων δικαστηρίων, αλλά γινόταν μια ύστατη προσπάθεια κατασίγασης των παθών και θεσμικής νηφαλιότητας γύρω από το σχετικό ζήτημα. Κι αυτό προκειμένου να πάψει να δίνεται η εικόνα ότι η ηγεσία της Δικαιοσύνης μπορεί να αντιμετωπίζεται ως «προίκα» της εκάστοτε πολιτικής εξουσίας για την οποία διαγκωνίζονται μεταξύ τους τα κόμματα […]
»Η Ν.Δ. χρησιμοποιεί τα εξής επιχειρήματα: Οτι η Κυβέρνηση λειτουργεί ως υπηρεσιακή Κυβέρνηση. Αυτή δεν είναι μια υπηρεσιακή Κυβέρνηση. Είναι μια κανονική κυβέρνηση η οποία ασκεί τα προβλεπόμενα από το Σύνταγμα καθήκοντά της. Υπενθυμίζω επίσης ότι η Βουλή δεν έχει διαλυθεί. Συνεχίζουν κανονικά τα καθήκοντά τους το Υπουργικό Συμβούλιο, η Κυβέρνηση και ο Πρωθυπουργός.
»Επικαλείται τον Νόμο περί δημοσίων υπαλλήλων 2190/94, λέγοντας ότι δεν μπορούμε να προβούμε σε προαγωγές δικαστικών λειτουργών. Αυτό είναι ένα σοβαρό θεσμικό ατόπημα από πλευράς Ν.Δ., γιατί οφείλουν να γνωρίζουν ότι οι δικαστικοί λειτουργοί δεν υπάγονται στον νόμο που αφορά τους δημοσίους υπαλλήλους. Υπάρχουν οι προβλέψεις του Συντάγματος και του λεγόμενου Νόμου Καστανίδη. Συνεπώς δεν συντρέχει ούτε αυτό το επιχείρημα. Είκοσι δύο δικαστικοί λειτουργοί οι οποίοι εμφανίστηκαν στη Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής αξιολογήθηκαν, ψηφίστηκαν διακομματικά και αυτή τη στιγμή εμφανίζονται όμηροι μιας διαδικασίας η οποία προηγήθηκε και αντικείμενο μιας πολιτικής αντιπαράθεσης.
»Με την ανακοίνωσή της η Ν.Δ. προδικάζει ότι το Προεδρικό Διάταγμα θα πέσει στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Προδικάζει κάτι το οποίο δεν έχει επισυμβεί. Αυτό είναι ανεπίτρεπτο. Είναι αποκαλυπτικό των προθέσεών της γιατί η Ν.Δ. εκτιμά μικροπολιτικά ότι οι δικαστές και η Δικαιοσύνη γίνονται εργαλείο στα χέρια οποιασδήποτε κυβέρνησης. Σύμφωνα με τον Νόμο Καστανίδη, ακόμη και σε περίπτωση διάλυσης της Βουλής συνεχίζεται κανονικά η διαδικασία επιλογής της ηγεσίας των ανωτάτων δικαστηρίων. Η απόφαση για το αν θα προχωρήσουμε στη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, θα ληφθεί από τον Πρωθυπουργό και το Υπουργικό Συμβούλιο».
Η διάταξη του νόμου Καστανίδη δημοσιεύτηκε στην «Εφ.Συν.» χθες. Μεταξύ άλλων προβλέπει ότι ο υπουργός κινεί τις διαδικασίες «το αργότερο ώς το τέλος Απριλίου» και ότι η Διάσκεψη των Προέδρων δίνει τη γνώμη της «μέσα σε δύο μήνες». Ο νομοθέτης θέλει, επομένως, να έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία πριν από τις 30 Ιουνίου που κενώνονται οι θέσεις. Μέσα στον Μάιο και εντός των χρονικών ορίων η Διάσκεψη των Προέδρων γνωμοδότησε.
Απομένει τώρα η τελική απόφαση, η οποία προφανώς ούτε επηρεάζει ούτε έχει σχέση με την εκλογική διαδικασία της 7ης Ιουλίου. Η δε τελευταία παράγραφος της επίμαχης διάταξης αναφέρει ότι: «Η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων μπορεί να παραλειφθεί, αν δεν είναι δυνατή η σύγκλησή της λόγω διάλυσης της Βουλής ή για οποιονδήποτε άλλο νόμιμο λόγο». Ο νομοθέτης αποδέχεται, επομένως, το ενδεχόμενο να κινηθεί ή να συνεχιστεί η διαδικασία ακόμα και μετά τη διάλυση της Βουλής και, άρα, κατά μείζονα λόγο, μετά την απλή προαναγγελία εκλογών, πολύ δεν περισσότερο εφόσον έχει ήδη δοθεί η γνώμη της Διάσκεψης των Προέδρων.
Ο Β. Βενιζέλος και η α λα καρτ συνέχεια του κράτους
Ιδιαίτερα ανάγλυφα αποτυπώνονται οι προθέσεις της αντιπολίτευσης στις δηλώσεις του Β. Βενιζέλου, ο οποίος αφ’ ενός θεωρεί απονομιμοποιημένη την κυβέρνηση στο να επιλέξει μετά τη γνωμοδότηση της Βουλής την ηγεσία του Αρείου Πάγου, αφ’ ετέρου την καλεί να ψηφίσει τους Ποινικούς Κώδικες. «Αν η κυβέρνηση έχει συνείδηση της ευθύνης της απέναντι στη Δικαιοσύνη, θα έπρεπε να διαφυλάξει ένα κλίμα συναίνεσης και σεβασμού.
Ο πρώην υπουργός ζητάει από την κυβέρνηση να ψηφίσει τους Ποινικούς Κώδικες!
Αντί να παίζει με την επιλογή των δικαστών θέλοντας να ελέγξει καταστάσεις, ματαιοπονώντας γιατί έτσι δεν ελέγχει τίποτα, αφήνει πίσω της συντρίμμια στον χώρο της Δικαιοσύνης και της αξιοπιστίας των θεσμών, θα μπορούσε να κάνει μόνο μία πράξη συναίνεσης, αυτή που όπως πολλοί συνάδελφοί σας του δικαστικού ρεπορτάζ έχουν γράψει είναι η ψήφιση των κωδίκων – του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας». Η συναίνεση για τους κώδικες είναι επιθυμητή για τον πρώην υπουργό, ενώ η ειλημμένη απόφαση-γνωμοδότηση της Βουλής για τους επικεφαλής του ανωτάτου δικαστηρίου θεωρείται μη γενόμενη και η όποια συναίνεση αδύνατη. Το γιατί, το γνωρίζει ο ίδιος ο κ. Βενιζέλος.
Είναι χαρακτηριστικό το σχετικό σχόλιο του δικηγόρου πολιτικής αγωγής στη δίκη της Χρυσής Αυγής Θ. Καμπαγιάννη: «Ο Β. Βενιζέλος, την ίδια στιγμή που αξιώνει από την κυβέρνηση να μη διορίσει την ηγεσία της Δικαιοσύνης όπως προβλέπεται, ζητάει την ψήφιση των κωδίκων (Ποινικός Κώδικας, Ποινική Δικονομία) ως “πράξη συναίνεσης”: να νομοθετήσει δηλαδή η Βουλή τη στιγμή που η κυβέρνηση έχει απολέσει την πλειοψηφία. Μ’ έναν σμπάρο δυο τρυγόνια: και μεταβίβαση μιας κρίσιμης απόφασης (αυτή της επιλογής της κορυφής της Δικαιοσύνης) στην κυβέρνηση Μητσοτάκη και ολοκλήρωση της μεταρρύθμισης των κωδίκων με την ανάληψη του σχετικού πολιτικού κόστους από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ωστε τα επόμενα χρόνια, αν υπάρξουν ζητήματα με ποινές, απολύσεις κρατουμένων κ.λπ., η απάντηση να είναι “Φταίνε οι Μαδούροι”».
