Αναμφίβολα η ήττα που υπέστη ο ΣΥΡΙΖΑ και οι προοδευτικές δυνάμεις που τον στηρίζουν στις ευρωεκλογές ήταν μεγάλη.
Οι αιτίες της ήττας μιας κυβέρνησης η οποία, παρ’ όλο που έβγαλε τη χώρα από την κρίση, δεν απέφυγε να χρεωθεί τη λαϊκή δυσφορία από τη διαχείριση των μνημονίων, είναι προφανείς.
Η κόπωση του εκλογικού σώματος και ιδίως των μικρομεσαίων και μεσαίων στρωμάτων από τις συνέπειες των μνημονίων έστειλε ένα σημαντικό μέρος των κοινωνικών ομάδων που το 2015 στήριξαν τον ΣΥΡΙΖΑ είτε σε άλλα κόμματα, είτε κυρίως σε αποχή από τις εκλογές. Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, μολονότι δεν ευθυνόταν για την οικονομική κρίση και για τα μνημόνια και παρά το γεγονός ότι ήταν αυτή που οδήγησε τη χώρα επιτυχώς εκτός της ομηρίας των δανειστών, εντούτοις πλήρωσε το κόστος της μνημονιακής πολιτικής.
Κοινή είναι βέβαια η πεποίθηση ότι η επικέντρωση της προσπάθειας της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ να ελαφρύνει κατά προτεραιότητα τους αδύναμους και τις πολύ χαμηλές εισοδηματικά τάξεις, σε συνδυασμό με το μικρό διάστημα που μεσολάβησε μετά την έξοδο από την επιτροπεία των δανειστών, δεν άφησε περιθώριο για να εκδηλωθεί μέριμνα υπέρ των πολυπληθέστερων μικρομεσαίων και μεσαίων στρωμάτων, που μπορεί να μην υπερέβησαν το όριο της φτώχειας, υπέφεραν όμως και εν πολλοίς συνεχίζουν να υποφέρουν ακόμη από τις συνέπειες των μνημονίων.
Από την άλλη πλευρά οι δυνάμεις του παλιού πολιτικού κατεστημένου, οι οποίες παρά το γεγονός ότι και ευθύνονταν για τη δημοσιονομική κρίση της χώρας αλλά και ήταν εκείνες που επέβαλαν τα σκληρότερα και τα πλέον άδικα μέτρα της μνημονιακής πολιτικής, παρουσιάστηκαν σε αυτές τις εκλογές ως εκείνες οι οποίες θα σώσουν δήθεν τη χώρα από τις συνέπειες όλων αυτών που η δική τους πολιτική έχει προκαλέσει.
Η κοινωνική προτεραιότητα της επικέντρωσης στη φροντίδα των αδυνάτων και στην αποκατάσταση των πληγών που άφησε η κρίση είχε όμως ακόμα μια πολύ σημαντική συνέπεια: απομάκρυνε την κυβέρνηση από τον στόχο της παραγωγικής ανασυγκρότησης και της αναπτυξιακής προοπτικής. Η πραγματικότητα αυτή έκανε τον κυβερνητικό λόγο να φαίνεται αμυντικός και όχι προγραμματικός, καθώς η ζυγαριά έγειρε περισσότερο προς το σκέλος της αναδιανομής, χωρίς ταυτόχρονα να προκύπτει ότι έχει εξασφαλιστεί για το μέλλον η αναπτυξιακή προοπτική της αύξησης της πίτας του εθνικού πλούτου, που είναι και το μεγάλο ζητούμενο της εποχής.
Η αντιπολίτευση από την άλλη, παρά τον σκληρά νεοφιλελεύθερο χαρακτήρα του αφηγήματός της, εμφάνισε μια επιθετική ρητορική, υποσχόμενη επενδύσεις και νέες θέσεις εργασίας. Η ρητορική αυτή, αν και εξόχως αόριστη και εν πολλοίς ατεκμηρίωτη, φαίνεται πάντως να έδωσε κάποια ελπίδα στις ταλαιπωρημένες από την ανεργία και τα χαμηλά εισοδήματα μικρομεσαίες και μεσαίες κοινωνικές τάξεις και γι’ αυτό προτιμήθηκε από τους ψηφοφόρους.
Η επιλογή του ΣΥΡΙΖΑ να κυβερνήσει με στελέχη με κομματική προέλευση και αναφορά, σε συνδυασμό με το μετέωρο άνοιγμα προς τους προοδευτικούς πολίτες και την καθυστερημένη συγκρότηση της Προοδευτικής Συμμαχίας, αποξένωσε την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό από την κοινωνία. Η πραγματικότητα αυτή έρχεται να εξηγήσει γιατί οι διαπιστώσεις που γίνονται τώρα, κατόπιν εορτής, δεν μπόρεσαν να γίνουν νωρίτερα, όταν ακόμη υπήρχαν περιθώρια για διορθωτικές κινήσεις. Η επικοινωνιακή λαίλαπα, τέλος, και η συστηματική και αδυσώπητη αρνητική προπαγάνδα από πλευράς συγκεκριμένων ΜΜΕ που ελέγχονται από μεγάλα ιδιωτικά συμφέροντα, τα οποία δεν έχασαν την ευκαιρία, έναντι προφανών ανταλλαγμάτων, να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στα κόμματα του παλιού πολιτικού κατεστημένου, επιδείνωσαν κατά πολύ την εικόνα της κυβέρνησης και στρέβλωσε τις προσπάθειές της για ανάταξη.
Το ερώτημα που κυριαρχεί σήμερα είναι αν το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών μπορεί να ανατραπεί. Η αλήθεια είναι ότι το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο, το οποίο έντεχνα καλλιέργησε η Ν.Δ. και στο οποίο αφελώς προσχώρησε και η ελάσσων αντιπολίτευση της Κεντροαριστεράς, χωρίς πάντως ουδόλως να ωφεληθεί από αυτό εκλογικά, καλά κρατεί στην κοινωνία. Και όσο το παιχνίδι παίζεται με όρους «όλοι εναντίον ενός», τόσο το αποτέλεσμα θα παγιώνεται.
Τελευταία ευκαιρία για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι να απευθυνθεί με πολιτικά επιχειρήματα στην ωριμότητα του σημαντικού τμήματος του εκλογικού σώματος που δεν προσήλθε στις κάλπες την ημέρα των ευρωεκλογών και οι οποίοι, ενώ τον ψήφισαν το 2015, απογοητεύτηκαν στη συνέχεια, χωρίς όμως να μετακινηθούν σε κάποιο άλλο κόμμα.
Σε αυτούς τους προβληματισμένους και συγχρόνως απογοητευμένους από τη συνάντηση των ιδεών με την καθημερινή άσκηση της εξουσίας πολίτες πρέπει να απευθυνθεί τώρα η κυβέρνηση και αυτούς πρέπει να μεταπείσει, απευθυνόμενη στα αντιδεξιά και προοδευτικά αντανακλαστικά τους.
Με θετικό και προγραμματικό λόγο και με ισορροπημένη παρουσίαση αφενός του σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης και δίκαιης ανάπτυξης και αφετέρου του προγράμματος αναδιανομής, πρέπει να εξηγήσει ότι το διακύβευμα των επόμενων εκλογών είναι η παλινόρθωση του παλιού, φαύλου πολιτικού συστήματος που τόσα δεινά προκάλεσε στη χώρα και τον λαό.
* καθηγητή ΑΠΘ, προέδρου της Αττικό Μετρό Α.Ε.
