Με αφορμή τις επικείμενες εκλογές της 7ης Ιουλίου του 2019 και τη δοκιμασία της Αριστεράς σε τούτη την αμφίρροπη αναμέτρηση, θα ήθελα μέσα από μια μικρή αναδρομή από τον εμφύλιο και μετά να προσδιορίσω την πορεία της και κυρίως να επισημάνω τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις της, πέραν από τις δογματικές αγκυλώσεις της που τόσα χρόνια την ταλανίζουν και δεν την αφήνουν να ανασάνει.
Μετά την οδυνηρή ήττα του Εμφυλίου, που τη βιώσαμε στο πετσί μας όσοι ανήκουμε στον χώρο αυτόν και έχουμε και κάποια ηλικία, με το πέρασμα του χρόνου ξαναβρήκαμε τον βηματισμό μας και μέσα από δύσκολους αγώνες και διαρκή πάλη κερδίσαμε ξανά το δικαίωμα να υπάρχουμε. Κορύφωση των αγώνων αυτών οι εκλογές του 1958 όπου για πρώτη φορά η Αριστερά, ως αξιωματική αντιπολίτευση, κάνει αισθητή την παρουσία της στην πολιτική ζωή του τόπου και διεκδικεί, με τη δυναμική παρουσία της, μια καλύτερη θέση για τον λαό μας.
Το τι επακολούθησε είναι γνωστό και κυρίως το πώς η αντίδραση κατάφερε να ανακόψει αυτήν την πορεία μέσα από εκλογές βίας και νοθείας και τελικά με την ξενόφερτη δικτατορία των συνταγματαρχών.
Και φτάσαμε στη μεταπολίτευση.
Κι ενώ περίμενε κανείς ότι αυτός ο λαός, με την ωριμότητα που ήδη είχε αποκτήσει, θα αγκάλιαζε την Αριστερά, βρεθήκαμε πάλι στην κυριαρχία της Δεξιάς.Τούτο βέβαια δεν ήταν ελληνικό μονάχα φαινόμενο. Χώρες όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, με μακροχρόνια παράδοση στις δικτατορίες, βρέθηκαν με μιαν Αριστερά που δεν είχε καμιά απήχηση στο εκλογικό σώμα, ενώ αντίθετα σημειώνεται άνοδος της σοσιαλδημοκρατίας στις χώρες αυτές και βέβαια και στη δική μας με την έλευση του ΠΑΣΟΚ.
Από τότε η Αριστερά κατακερματισμένη και διασπασμένη, στον ακατανόητο δογματισμό του ΚΚΕ, δεν θα μπορέσει να παίξει ουσιαστικό ρόλο στην κοινωνία και μια τεράστια μερίδα του λαού μας θα συμβιβαστεί με τη μοίρα που του επιφυλάσσουν τα κόμματα της Δεξιάς και του μεταλλαγμένου ΠΑΣΟΚ.
Μέχρι που αυτό το 3% του περίεργου Συνασπισμού (και λέγω περίεργου γιατί ατύχησε να βρεθεί στα χέρια ενός βαλτού προέδρου) κατάφερε να αναδείξει στην ηγεσία του έναν χαρισματικό νέο, που πέτυχε να ενώσει τις ριζοσπαστικές δυνάμεις του χώρου αυτού, να φτιάξει τον ΣΥΡΙΖΑ και με τόλμη αλλά και πολύ αγώνα να τον φέρει στην εξουσία. Ετσι για πρώτη φορά η Αριστερά, πλην Λακεδαιμονίων, βρίσκεται στο προσκήνιο και από κομπάρσος γίνεται ο ρυθμιστής των πολιτικών πραγμάτων της χώρας. Μια χώρας χρεοκοπημένης όμως που οι εταίροι της θέλουν να την εξοντώσουν, με τη βοήθεια των ντόπιων πρόθυμων υπηρετών τους.
Ομως εδώ θα σταθώ για λίγο και θα προσπαθήσω να αναλύσω, με τη ματιά ενός αντικειμενικού πιστεύω παρατηρητή που πάντα βρίσκονταν μακριά από κέντρα εξουσίας και κομματικές μάντρες (για να θυμηθούμε και τον σπουδαίο Μάριο Χάκκα), αυτό που τώρα γίνεται, γιατί νιώθω βαθιά πληγωμένος από την αδολεσχία παρατρεχάμενων και μη που, τύχη κακή, πλαισιώνουν την εκάστοτε εξουσία και σε μεγάλο βαθμό καθορίζουν τις τύχες ενός ολόκληρου λαού.
Μετά την αυτοκάθαρση που σημειώθηκε με την αποχώρηση των γκρουπούσκουλων από την κυβέρνηση και τον ευρύτερο χώρο του κόμματος και την αναβάπτιση του Σεπτεμβρίου του 2015, θα περίμενε κανείς, πέρα από τον αγώνα με τους αδηφάγους θεσμούς, να υπάρξει και μια ιδιαίτερη φροντίδα από τους «καθ’ ύλην αρμοδίους» της κυβέρνησης για τη συστηματική καταγραφή των μύριων όσων προβλημάτων που είχαν παραλάβει από τους προηγούμενους, ώστε από την πρώτη κιόλας μέρα να ξέραμε την πραγματική κατάσταση της οικονομίας. Κάτι που δεν έγινε.
Και μάλιστα όταν ήδη από τις πρώτες μέρες της διακυβέρνησης της χώρας η ευρύτερη αντιπολίτευση έδειξε τις προθέσεις της μιλώντας για παρένθεση και ανικανότητα της κυβέρνησης για τη διαπραγμάτευσή της με τους θεσμούς, συνεπικουρούμενη σ’ αυτή της την προσπάθεια από τα άθλια ΜΜΕ. Οι αντιδράσεις της υπήρξαν υποτονικές έως ανύπαρκτες. Και βέβαια ο καιρός περνούσε, στα πάνελ κυριαρχούσαν οι κραυγές των κλεφτών και το μόνο μέλημά μας ήταν να αποδείξουμε -αλήθεια σε ποιους;- ότι δεν είμαστε ελέφαντες.
Αυτή τη στιγμή θυμήθηκα την πιο σωστή ίσως φράση που λέχτηκε τότε. Ηταν αυτή της κ. Μπαζιάνα, που μίλησε για τη μη κατάκτηση της εξουσίας. Φράση-κλειδί γιατί κατέδειξε κατά τον πιο σωστό τρόπο την αβελτηρία των κυβερνώντων, που δεν κατάλαβαν ότι για να κατακτήσεις την εξουσία δεν χρειάζονται αβρότητες, αλλά ξήλωμα των μηχανισμών που τόσα χρόνια στήριζαν αυτόν τον εσμό των κλεφτών και ολετήρων της χώρας.
Δεν είμαι αιθεροβάμων, αλλά όταν έχεις στα χέρια σου λίστες Μπόργκενς και Λαγκάρντ, ε, πώς να το κάνουμε, τις βγάζεις στη φόρα. Οταν δεν κάνεις τίποτα για το «πόθεν έσχες» της Μαρέβας Μητσοτάκη κ.λπ. τρωκτικών. Οταν δεν ελέγχεις τις τράπεζες για τον τρόπο δανεισμού των κομμάτων. Οταν δεν κάνεις τον κόπο να τους ζητήσεις εξηγήσεις για τα δάνεια που αφειδώς έδιναν στον Γεωργιάδη, στη Σπυράκη, αλλά και σε άλλους, και πώς αυτά μέχρι σήμερα εξυπηρετούνται (αν βέβαια γίνεται κάτι τέτοιο). Οταν είναι γνωστό ότι τα λεφτά των τραπεζών είναι οι ανακεφαλαιοποιήσεις που έγιναν από την τσέπη μας κ.λπ. κ.λπ., τότε λυπάμαι αλλά υπάρχει πρόβλημα.
Ακόμα όταν ξεκινάς έναν αγώνα για την εξυγίανση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου, μ’ όλο τον πόλεμο που δέχεσαι από τους ιδιοκτήτες της χώρας, κάποια στιγμή, πώς να το κάνουμε, βγαίνεις και μιλάς για το τι έγινε μέχρι σήμερα. Κι όχι να μαθαίνουμε ότι πήρε καινούργια άδεια ο Μαρινάκης.
Με τούτα τα λιγοστά παραδείγματα ήθελα να τονίσω, όχι μόνο την έλλειψη προγραμματισμού, αλλά κι αυτήν της ενημέρωσης του κόσμου που δικαίως ανέμενε περισσότερη αποτελεσματικότητα.
Οταν από τον Ιανουάριο του 2016 μεθοδεύτηκε η αναρρίχηση του Μητσοτάκη στην αρχηγία της Ν.Δ., με την ανοχή του άβουλου,ίσως και πονηρού, Καραμανλή, ήταν ξεκάθαρη η τάση που θα επικρατούσε και ποια θα ήταν η κατάληξη αυτής της προσπάθειας. Αυτής δηλαδή που ζούμε σήμερα. Τι κάναμε για όλ’ αυτά; Αφεθήκαμε στη χλεύη των αντιπάλων μας, αφού στα κανάλια που πηγαίναμε (κακώς) μας σερβίριζαν με πολλή μάλιστα άνεση και περίσσεια θράσους τόνους ψεμάτων και οι συμμετέχοντες δικοί μας, όχι μονάχα δεν είχαν το σθένος να τους αντικρούσουν, αλλά μοιραίοι και άβουλοι παθητικά δέχονταν τις λοιδορίες τους.
Μέχρι που άλωσαν και το μοναδικό ανεξάρτητο κανάλι, την ΕΡΤ, κι εμείς αποδεχτήκαμε αδιαμαρτύρητα την αποπομπή του Παναγιωτόπουλου,του Καψώχα και της Ακριβοπούλου. Ειδικά την τελευταία, αφού της άλλαξαν τον αδόξαστο με τις συνεχείς αλλαγές στην ώρα της εκπομπής της, την έβαλαν τελικά τα μεσάνυχτα όπου μόνους τηλεθεατές έχει τους πιστούς της, που ουσιαστικά δεν προσφέρουν και τίποτα γιατί το φρόνημά τους είναι γνωστό.
Και εξηγούμαι. Η εκπομπή αυτή, στη σωστή της ώρα, μπορούσε να επηρεάσει και μη φίλα προσκείμενους στην κυβέρνηση λόγω του κύρους της ως δημοσιογράφου, αφού σ’ αυτήν συμμετείχε και ο εκπρόσωπος Τύπου της Ν.Δ. κ. Παπαχλιμίντζος που με τον ανερμάτιστο λόγο του ήταν εύκολη λεία στα χέρια του έμπειρου και πάντα καλά ενημερωμένου κ. Καψώχα. Κι αυτό λειτουργούσε θετικά για την κυβέρνηση.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, αφού αποδυνάμωσαν την πρωινή ζώνη, όπου κυριαρχεί η φωνή του Χλιμίντζου, στην αντίστοιχη ώρα της Ακριβοπούλου τοποθέτησαν τον ηχηρά αμήχανο και άσχετο, αλλά συνάμα και άβουλο Μερτζάνη, που το μόνο που κάνει είναι να τους ακούει να κορυβαντιούν κι αυτός με δέος να τους κοιτάζει. Κι ας μη μιλήσουμε για Χαριτάτο κ.λπ.
Ετσι όμως χάθηκε το παιχνίδι της κρατικής τηλεόρασης κι εμείς ξεμείναμε από ενημέρωση κι ο κόσμος αφέθηκε στη στρεβλή ενημέρωση των γνωστών καναλιών.
Τελικά το μοναδικό σημείο αντιπαράθεσης που μας απόμεινε είναι το διαδίκτυο, όπου και πάλι κυριαρχεί ένας ανερμάτιστος λόγος από τη μεριά πολλών φίλα προσκείμενων στην κυβέρνηση, που όμως στην προσπάθεια αντίκρουσης του χυδαίου λόγου των αντιπάλων μας διολισθαίνουν στην ίδια ακριβώς λογική, η οποία τελικά βλάπτει. Πέρα απ’ αυτό, με τη συνεχή προβολή, για παράδειγμα, του Γεωργιάδη και των άλλων «αρίστων» της αντιπολίτευσης, καταφέραμε τη δημοσιότητα που απλόχερα τους δίνουμε να τη μετατρέψουν σ’ ένα χρήσιμο εργαλείο προπαγάνδας που τους βολεύει, αφού γίνεται ευρύτερα γνωστός ο γκεμπελίστικος λόγος τους.
Για μένα όμως τη μεγαλύτερη ζημιά την κάνει μια ομάδα ανθρώπων της Αριστεράς, που την ποδηγετούσε για χρόνια με την αλαζονική της συμπεριφορά και που έμεινε στη λογική τού 3%. Είναι αυτοί που με τις παρεμβάσεις τους υπονόμευαν το κυβερνητικό έργο με τον αφόρητο δογματισμό τους και τον δήθεν αριστερό τους λόγο. Είναι οι ίδιοι που επέκριναν τον Πολάκη όταν δεχόταν τα στοχευμένα πυρά των κεκρακτών της αντιπολίτευσης και, αντί συμπαράστασης, υπερθεμάτιζαν για την απομόνωσή του, τη στιγμή μάλιστα που οι αντίπαλοί μας ακόμα και τον καταδικασμένο παιδεραστή προσπαθούσαν να τον στηρίξουν. Και έρχεται σαν κεραυνός εν αιθρία, στην πιο δύσκολη στιγμή ενός κρίσιμου προεκλογικού αγώνα, αυτή η αχαρακτήριστη ενέργεια της κ. Χριστοδουλοπούλου. Τι να πεις;
Κι αν όλα αυτά θεωρούνται μικρά και ασήμαντα, η συσσώρευσή τους στα 4 αυτά χρόνια δημιούργησε το μείζον πρόβλημα της έλλειψης επικοινωνίας με τον κόσμο, που εκ των πραγμάτων δρχόταν επί καθημερινής βάσεως τον καταιγισμό των ψευδών ειδήσεων που τους πρόσφεραν τα ΜΜΕ.
Και για να τελειώνουμε, το παιχνίδι χάθηκε από τη στιγμή που δεν μπορέσαμε την κατάλληλη στιγμή να ανοιχτούμε στην κοινωνία και να διευρύνουμε τον χώρο μας. Οταν φτάνεις να γίνεσαι κόμμα εξουσίας και γνωρίζεις ότι για να το πετύχεις αυτό πρέπει να ξεκόψεις μια και καλή από τη δογματική «καθαρότητα» που σε είχε καθηλώσει στο, βολικό για πολλούς και τους γνωρίζουμε, 3%, τότε απευθύνεσαι στον ευρύτερο ριζοσπαστικό χώρο και φτιάχνεις μαζί του την καινούρια Αριστερά, αυτήν που οραματιστήκαμε μετά από τόσα χρόνια αγώνων και που σήμερα κινδυνεύουμε να χάσουμε. Δεν είναι κρίμα;
Αυτές τις ανάκατες σκέψεις μου καταθέτω εδώ, πιστεύοντας ότι μπορεί κάπου να φανούν χρήσιμες ακόμα και τώρα.
