ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Σταυρούλα Ματζώρου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε μια διαφήμιση του βιβλιοπωλείου «Πολιτεία» τον είδα και θυμήθηκα ότι μου χρωστάει. Μου χρωστάει κι όμως χαμογελάει… κι εγώ να ξέρω πως δεν πρόκειται να τα πάρω ποτέ πίσω, αν και απλόχερα του τα έδωσα.

Το τσιμπούκι του ανάμεσα στα δόντια κάνει το γέλιο του συγκρατημένο και κάτω από τη φωτογραφία του ένα κείμενο που η αρχή του με θυμώνει: «Θέλω να σου μιλήσω για τα παλιά». Κι εγώ, Χρόνη μου, για τα παλιά αλλά και τα χρωστούμενα θέλω να σου πω, να διευθετήσουμε το θέμα, να μπουν όλα στη θέση τους, στο ράφι τους, αλλά δεν είσαι εδώ.

Και εξηγούμαι. Πριν από χρόνια αποφάσισα να στείλω το παιδί μου σε κάποια κατασκήνωση στον Κάλαμο. Πηγαίνοντας με έναν φίλο να το «παραδώσουμε» στα… ξένα χέρια και διασχίζοντας το Καπανδρίτι, μου λέει ο φίλος που γνώριζε τα διαβάσματά μου: «Εδώ κάπου μένει ο Μίσσιος». «Και πώς τον βρίσκω;» «Χαρά στο πράγμα. Οποιον και να ρωτήσεις εδώ τον ξέρουν». Το σταματήσαμε εκεί αφού η στιγμή απαιτούσε -και την είχε- τη θλίψη του επερχόμενου αποχωρισμού του παιδιού από τη μάνα. Δράμα η επιστροφή, τα ξέρετε…

Ετοιμη για το πρώτο επισκεπτήριο και εκτός από ρούχα, σεντόνια, μπισκότα, φαγάκια, «παγωτό θα σου πάρω από εκεί γιατί θα λιώσει», βάζω στο αυτοκίνητο και όσα βιβλία είχα του Χρόνη Μίσσιου: «Καλά, εσύ σκοτώθηκες νωρίς», «Χαμογέλα, ρε… τι σου ζητάνε», «Τα κεραμίδια στάζουν», «Το κλειδί είναι κάτω από το γεράνι».

Πράγματι δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρω το σπίτι του. Φτάνω μπροστά στη σιδερένια πόρτα του κήπου-κτήματος και τα σκυλιά με τα γαβγίσματά τους σήκωσαν τον τόπο οπότε δεν χρειάστηκε να χτυπήσω κανένα κουδούνι.

Ο Μίσσιος εμφανίστηκε αμέσως, απορημένος μα χαμογελαστός. Ολοι οι πιθανοί διάλογοι που… ετοίμαζα στη διαδρομή («θα του πω… κι αν θα μου πει… θα του απαντήσω…») άχρηστοι. Εξηγώ αμήχανα τον λόγο της –φυσικά απρόσκλητης- επίσκεψής μου και ευγενικά αυτός μου λέει πως «ευχαρίστως ναι, αλλά όχι», επειδή είχε μια δουλειά και σε λίγο έπρεπε να φύγει. Για να μη χάσω την ευκαιρία τού προτείνω να αφήσω τα βιβλία, να μου γράψει τις αφιερώσεις και περνώντας το επόμενο Σαββατοκύριακο για την κατασκήνωση να τα πάρω. Το δέχτηκε με χαρά.

Ελα όμως που ο μικρός αρρώστησε –δεν μας πήγε καλά εκείνη η κατασκήνωση– και πήγα να τον πάρω εσπευσμένα, οπότε έμειναν τα βιβλία στο εξοχικό του Μίσσιου. Σήμερα θα πάω, αύριο θα πάω, βαρέθηκε κι εκείνος να με περιμένει κι έφυγε… Τα βιβλία μου χάθηκαν με τον συγγραφέα τους.

Ο Χρόνης Μίσσιος πέθανε το 2012, στα 82 του. Γεννημένος στην Καβάλα, έζησε δύσκολη ζωή, με φτώχεια και αβάσταχτη πείνα. Μικροπωλητής, μ’ ένα κασελάκι στους δρόμους, που τον παράτησε το σχολείο από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού γιατί πολύ πεινούσε. Στα 14 γίνεται σύνδεσμος συντάγματος του ΕΛΑΣ, σύντομα στέλεχος της ΕΠΟΝ. Το 1947 συλλαμβάνεται, βασανίζεται και καταδικάζεται σε θάνατο επειδή στον εμφύλιο ήταν με τους «άλλους».

Μετά εξορία στη Μακρόνησο και στον Αη Στράτη, ξύλο, βασανιστήρια και απομόνωση, εξοντωτικός τουρισμός σε όλες τις φυλακές (Φυλακές Αβέρωφ, Κέρκυρας, Κορυδαλλού) που τις μετέτρεψε σε σχολειό, εκεί μέσα έμαθε γράμματα, και αποφυλάκιση το 1973. Πάντα προς τα αριστερά ο καθαρός βηματισμός του.

«Οταν συνειδητοποίησα ότι δεν μπορώ να /αλλάξω το σύστημα, άρχισα να αγωνίζομαι / να μην με αλλάξει αυτό. / Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος. Και αυτό / είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να /μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα / αυτής της εποχής. Να μπορείς να / παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα. Με το δικό σου βλέμμα».