«Να είσαι δυνατός και να μην κλαις! Μην ξεχνάς ποτέ να συντρέχεις τους αδύναμους που ζητούν βοήθεια και τους κατατρεγμένους γιατί αυτοί είναι οι καλύτεροι φίλοι σου. Εχουν συντρόφους που πολέμησαν και πέθαναν, όπως ο Μπάρτο (σ.σ. Βαντσέτι) και ο πατέρας σου, γιατί πολέμησαν για την ελευθερία όλων των φτωχών εργαζομένων»*. Με αυτό το γράμμα, λίγες ώρες πριν από την εκτέλεσή του, στις 23 Αυγούστου του 1927, αποχαιρέτησε ο Νικόλα Σάκο τον ανήλικο γιο του. Στα λόγια αυτά συνοψίζονται εν πολλοίς και οι λόγοι στους οποίους βασίστηκε η αμερικανική Δικαιοσύνη για να εκδικηθεί τους δύο Ιταλούς αναρχικούς συντρόφους.
Οι Σάκο και Βαντσέτι δολοφονήθηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα μετά από μια δίκη–παρωδία, όπως αποδείχτηκε μεταγενέστερα από νομικούς και ερευνητές που μελέτησαν τα στοιχεία και τις καταθέσεις όσων εμπλέκονταν στην υπόθεση της ληστείας και δολοφονίας δύο υπαλλήλων της υποδηματοποιίας Slater & Morill, στο Σάουθ Μπρέιντρι, λίγα χιλιόμετρα νότια της Βοστόνης το 1920. Οι δυο φίλοι είχαν συλληφθεί 20 μέρες μετά το περιστατικό, ανακρίθηκαν και αφού προέκυψε πως και οι δύο ήταν μέλη αναρχικής οργάνωσης, απαγγέλθηκαν κατηγορίες και τέθηκαν υπό κράτηση.

Ο Βαντσέτι, γεννημένος το 1888 στο Βιλαφαλέτο της Βόρειας Ιταλίας, και ο Σάκο, γεννημένος το 1891 στο Τορεματζιόρε της Νότιας Ιταλίας, είχαν μεταναστεύσει στις ΗΠΑ το 1908. Την εποχή που προηγήθηκε της σύλληψής τους, ο πρώτος εργαζόταν ως πλανόδιος ιχθυοπώλης, αφού προηγουμένως ήταν χειρώνακτας και υπάλληλος της τοπικής σχοινοποιίας μέχρι την ενεργό συμμετοχή του σε απεργίες και διαδηλώσεις που τον έβαλε στη μαύρη λίστα των εργοδοτών. Ο δεύτερος ήταν χειριστής μηχανής ρελιαρίσματος σε εργοστάσιο υποδημάτων και περνούσε τον ελεύθερο χρόνο του καλλιεργώντας λουλούδια και λαχανικά. Είχαν γνωριστεί σε μια αναρχική ομάδα της Βοστόνης και ήταν δραστήρια μέλη και στελέχη μιας αναρχικής νεοϋορκέζικης εφημερίδας, λόγοι αρκετοί για να έχουν καταγραφεί στις λίστες της αμερικανικής κυβέρνησης ως «επικίνδυνοι ριζοσπάστες» ήδη από το 1919.
Μέχρι την έναρξη της δίκης τους, τον Μάιο του 1921, παρέμειναν κρατούμενοι ξεσηκώνοντας μεγάλο κύμα συμπαράστασης στις ΗΠΑ και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Τον Ιούλιο του 1921, έχοντας μια κακή νομική υπεράσπιση καταδικάζονται σε θάνατο παρά τις αντιφάσεις των μαρτύρων και τα ελλιπέστατα αποδεικτικά στοιχεία. Η μεροληψία του δικαστηρίου εναντίον τους είναι πρωτοφανής και γίνεται φανερό καθ’ όλη τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ότι η απόφαση είναι προειλημμένη για να λειτουργήσει παραδειγματικά με θύματα δύο αναρχικούς μετανάστες.

Οι εφέσεις και οι αιτήσεις αποφυλάκισης τα χρόνια που ακολουθούν είναι συνεχείς αλλά, παρά την αναψηλάφηση της δίκης και τα νέα στοιχεία που προκύπτουν και λειτουργούν συντριπτικά προς την πλευρά της αθωότητάς τους, οι Σάκο και Βαντσέτι καταδικάζονται τελεσίδικα σε θάνατο το 1927. Τελευταία τους ελπίδα και ενώ οι ΗΠΑ συγκλονίζονται από μαχητικές διαδηλώσεις και βομβιστικές επιθέσεις εναντίον κυβερνητικών στόχων από υπερασπιστές τους, ο κυβερνήτης της Μασαχουσέτης και η πιθανότητα απονομής χάριτος.
Προσωπικότητες όπως ο Αλμπερτ Αϊνστάιν, ο Τζορτζ Μπέρναρντ Σο, ο Απτον Σίνκλερ, ο Τζον Ντος Πάσος, ο Χ. Τζ. Γουέλς κ.ά. στηρίζουν ανοιχτά τους μελλοθάνατους και η πίεση της κοινής γνώμης είναι εντονότατη, με αποτέλεσμα την απόφαση του κυβερνήτη να διορίσει μια επιτροπή «σοφών» που θα επανεξετάσει τα αποδεικτικά στοιχεία. Το πόρισμα είναι και πάλι εναντίον τους.

Την Τρίτη 23 Αυγούστου του 1927 οδηγούνται στην ηλεκτρική καρέκλα και θανατώνονται παρά τις τεράστιες εκδηλώσεις συμπαράστασης. Το επόμενο τριήμερο οι σοροί τους τίθενται σε λαϊκό προσκύνημα και περισσότεροι από 100 χιλιάδες άνθρωποι περνούν για να αποτίσουν φόρο τιμής. Οι Σάκο και Βαντσέτι είναι νεκροί και τα ονόματά τους περνούν στην ιστορία των θυμάτων του αναρχικού και εργατικού κινήματος. Μόνο πενήντα χρόνια αργότερα, ο Μάικλ Δουκάκης, κυβερνήτης της Μασαχουσέτης, στην επέτειο των εκτελέσεων, θα δηλώσει πως «κάθε στίγμα ή όνειδος πρέπει να αφαιρεθεί διά παντός από τα ονόματα των Νίκολα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι». Η αποκατάσταση μπορεί να άργησε αλλά τα ονόματα των δύο αγωνιστών δεν ξεχάστηκαν ποτέ.
Πολύπειρος και με μεγάλο corpus έργων που βασίζονται σε τεκμηρίωση, όπως οι βιογραφίες του Τρότσκι, του Τζ. Εντγκαρ Χούβερ και της Λουίζ Μπρουκς, αλλά και έργων που εξετάζουν εγκλήματα του παρελθόντος, όπως η Μαύρη Ντάλια, η Τραγωδία της Μάντισον Σκουέαρ, η Δολοφονία του Αβραάμ Λίνκολν κ.ά., ο εβδομηντατριάχρονος σήμερα Rick Geary καταφέρνει με το «Οι Ζωές των Σάκο και Βαντσέτι» (εκδόσεις Χαραμάδα, μετάφραση: Μαρία Χρίστου) να ξαναφέρει στην επικαιρότητα μια ιστορία που επίσης δεν πρέπει να ξεχαστεί καθώς συχνά – πυκνά επαναλαμβάνεται από τους κρατικούς διωκτικούς μηχανισμούς.

Με την πληθώρα των στοιχείων που παρουσιάζει (χάρτες, έγγραφα, καταθέσεις, βιογραφικά στοιχεία, βιβλιογραφία κ.ά.) έπειτα από μακρά έρευνα δίνει στον αναγνώστη κάθε απαραίτητη λεπτομέρεια για να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Στην περίπτωση των Σάκο και Βαντσέτι τα συμπεράσματα είναι προφανή. Τα τελευταία λόγια του Νικόλα Σάκο ήταν: «Viva l’ anarchia! Αντίο γυναίκα μου και παιδί μου και φίλοι μου! Αντίο mia madre» και του Μπαρτολομέο Βαντσέτι: «Σας ευχαριστώ για όλα όσα κάνατε για μένα. Είμαι αθώος για κάθε έγκλημα, όχι μόνο αυτό αλλά για κάθε έγκλημα. Είμαι αθώος! Θέλω να συγχωρέσω κάποιους για αυτό που μου κάνουν».
Το γράμμα του Νικόλα Σάκο προς τον γιο του έχει αντληθεί από το κείμενο του Philippe Godard με τίτλο «Σάκο και Βαντσέτι» στο Emmanuel De Waresquiel (επιμέλεια), Ο Αιώνας των Ανατροπών – Το Λεξικό των Κινημάτων Αμφισβήτησης στον 20ό Αιώνα, εκδόσεις Οξύ, Αθήνα, 2004, σελ. 487.
